Επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ.Βαρθολομαίο, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και στον Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως.

Θεσσαλονίκη, 22 Μαρτίου 2004.

«Παναγιώτατε, Πάτερ και Δέσποτα, ευλογείτε.

Επειδή εκ νέου αι πρωτοβουλίαι, δια την διευθέτησιν και των λεπτομερειών της επί συγκεκριμένου κειμένου εργασίας επιτευχθείσης συμφωνίας, ευρίσκονται εις χείρας Υμών, καθά πληροφορούμεθα εξ ευλόγου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος από τον Τύπον, και επειδή η Μήτηρ Εκκλησία και Υμείς προσωπικώς, κατά δημοσιογραφικάς πληροφορίας, επιθυμείτε το «υποδεικνύειν» πατριαρχικούς υποψηφίους, πέραν του νόμου, εις τον τελικόν, κατά τους κανόνας και τον νόμον, εγκεκριμένον κατάλογον υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, ειρήσθω,-και τούτο προσεκτέον-εγκρίνουσα τον τελικόν κατάλογον, καθίσταται εκ των ι.κανόνων και της κειμένης νομοθεσίας η ιδία και εκλεκτορικόν σώμα, επιτρεψατέ μοι, ακαδημαϊκή αδεία, όπως θέσω υπόψιν Υμών και της περί Υμάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου σκέψεις τινας, προς περαιτέρω θετικόν προβληματισμόν.

α. Είναι γεγονός ότι τόσον η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις, του Σεπτ. 1928, όσον και η Συνοδική Πράξις των Αθηνών, του Νοεμβρίου 1928, δεν προσδιορίζουν επακριβώς τινι διαδικαστικώ τρόπω εγγράφονται οι υποδεικνυόμενοι πατριαρχικοί υποψήφιοι εις τον κατάλογον των εκλογίμων. Η διατύπωσις «δικαιουμένου και τούτου υποδεικνύειν υποψηφίους» της Πατριαρχικής Πράξεως είναι γενικόλογος, ενώ έχει πλήρη την αξίαν και σημασίαν της ως προς το σκοπούμενον. Ποίον τούτο; Ότι «η εκλογή Μητροπολιτών θα γίνηται μεταξύ των εν ταις Νέαις χώραις ημετέρων Θεολόγων Κληρικών, διότι άλλως ενδέχεται η Ιερά εν Αθήναις Σύνοδος επί παραθεωρήσει τούτων, να προβαίνη εις ανάδειξιν Μητροπολιτών εκ των κληρικών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος» (βλ. γνώμην του Πριγκιπονήσων, εις ΑΟΠ, ΔΠΙΣ, 1928, σς.18-24,4 πρβλ. Αθ. Αγγελοπούλου, Εκκλησιαστική Ιστορία των Νέων Χωρών, σελ. 143). Είναι αυτό το οποίον ο υποφαινόμενος προφορικώς και γραπτώς, πάλιν και πολλάκις, τονίζει: «Εμείς, π.χ., στην Βόρειο Ελλάδα είμαστε πάντοτε προβληματιζόμενοι και στενοχωρημένοι, διότι, πολλάκις, για να μην ειπώ πάντοτε, επί 30 χρόνια τώρα, άξιοι κληρικοί εργάτες του Ευαγγελίου στην Βόρειο Ελλάδα (τ. Νέες Χώρες) αγνοούνται γι’ αυτές εδώ τις μητροπόλεις, όταν κενούνται. Βρίσκονται, βλέπετε, μακριά από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, δηλ. την συνοδική και αρχιεπισκοπική αυλή»( βλ. άρθρον μου ‘Τα πατριαρχικά δίκαια στην Ελλάδα και εν σχέσει προς τα δίκαια της Εκκλησίας της Ελλάδος’, σελ.12).

To «υποδεικνύειν», λοιπόν, πρωτίστως και ουχί το «εγκρίνειν» είναι το σκοπούμενον. Προσετέθη εις την Πατριαρχικήν Πράξιν το «εγκρίνειν» προς ενίσχυσιν του «υποδεικνύειν» και ουχί του «διαγράφειν». Το τελευταίον τούτο σαφώς εξάγεται πάλιν εκ των περί του ιδίου θέματος διαμειφθέντων μεταξύ των μητροπολιτών Πριγκιποννήσων και Σάρδεων και δη εκ της απαντήσεως του Σάρδεων ως Εισηγητού του κειμένου της Πράξεως εις εύλογον και λίαν εύστοχον παρατήρησιν του πρώτου (βλ. αυτόθι). Ούτω πως, εξηγείται ότι και εις την Πατριαρχικήν και Συνοδικήν επιστολήν από 28 Ιουλίου 2003, όπου το πρώτον το δισερμήνευτον και δισεξήγητον και περί «εγκρίσεως», τίθεται εις εισαγωγικά μόνον η διατύπωσις «δικαιωμένου και τούτου υποδεικνύειν υποψηφίους» και ουχί και η αμέσως προηγουμένη «προς έγκρισιν υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου».

β. Σαφέστερον διευκρινίζεται το πατριαρχικόν «υποδεικνύειν» εις την Συνοδικήν Πράξιν των Αθηνών, όταν εις τον όρον γ’ διαγορεύονται: «Οι των εν Ελλάδι Επαρχιών του Πατριαρχικού Θρόνου Αρχιερείς εκλέγονται εφεξής κατά τα εν τοις σχετικοίς νόμοις περί εκλογής Αρχιερέων της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος οριζόμενα, ως απαιτεί και ο νόμος 3615 εκ καταλόγου Εκλογίμων, ενώ εγγράφονται και οι εκάστοτε υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών υποδεικνυόμενοι και έχοντες τα υπό των Ιερών Κανόνων και των Νόμων οριζόμενα προσόντα».

Η «υπόδειξις» και ή «εγγραφή», λοιπόν, ερείδεται επί των «κανόνων» πρώτον, και επί «των νόμων» του Κράτους δεύτερον. Το πρώτον είναι αρμοδιότης της Μητρός Εκκλησίας, το δεύτερον είναι διοικητική υποχρέωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος, με ό, τι τούτο συνεπάγεται. Παρατηρούμεν, συναφώς, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δια της συμμετοχής (υπαγωγής και αφομοιώσεως υπό όρους ως προς την διοίκησιν) των μητροπολιτών των Νέων Χωρών ισοτίμως και ισομερώς εις την όλην διοίκησιν της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τα κανονικά και νόμιμα, εξέλεξε ικανούς κληρικούς ως μητροπολίτας και δη και κυρίως ως Αρχιεπισκόπους Αθηνών και πάσης Ελλάδος εκ των πατριαρχικών μητροπολιτών. Απαριθμούμεν τους Αρχιεπισκόπους: Χρύσανθος Φιλιππίδης από Τραπεζούντος (1938-1941), Χρυσόστομος Χατζησταύρου από Φιλίππων (1962-1967), προηγουμένως ο Σπυρίδων Βλάχος από Ιωαννίνων (1949-1956), Σεραφείμ Τίκας από Ιωαννίνων (1974-1998). Από τα 75 χρόνια εφαρμογής των συμφωνιών του 1928, τα 43 χρόνια επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδος, τα περισσότερα δηλ, είναι μητροπολίται εκ πατριαρχικών θρόνων, ένα άριστο παράδειγμα διοικητικής ενότητος ως προς την Αθήνα αλλά και πνευματικής αναφοράς ως προς την βασιλεύουσα και αλληλοπεριχωρήσεως των δύο δικαιοδοσιών εις τον ανώτατον βαθμόν. Ευχής έργον θα ήτο τούτο να ισχύσει, βελτιωμένων των εξωτερικών συνθηκών, αμφιδρόμως, δηλ. και μητροπολίται της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, κατ’ αξίαν, να προϊστανται και του πατριαρχικού θρόνου. Λιγότεροι, οπωσδήποτε, είναι οι εκ των μητροπόλεων των Νέων Χωρών κληρικοί, εκλεγέντες εις μητροπολιτικάς έδρας των Νέων Χωρών. Δι’ αυτό, φυσικά, και αι μόνιμοι διαμαρτυρίαι μας. Το τελευταίον τούτο δύναται να βελτιωθεί μόνον εις εν πνεύμα συνεργασίας και αγάπης εν Χριστώ, η οποία και μόνη έξω βάλλει τον φόβον και την καχυποψίαν, και ερμηνεύει ορθώς, μητρικώς και αδελφικώς, και τα συμπεφωνημένα κείμενα.

γ. Κατόπιν των ανωτέρω, τα ερωτήματα που τίθενται, Παναγιώτατε, Αγία και Ιερά Σύνοδος, είναι: 1. Πως είναι δυνατόν οι υπό της Μητρός Εκκλησίας υποδεικνυόμενοι να μην περιλαμβάνωνται εις τον τελικόν εγκεκριμένον κατάλογον υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας των Αθηνών; Η οποία, ειρήσθω,- και τούτο έχει σπουδαίαν σημασίαν προσεκτέαν- είναι το αρμόδιον, και κατά τον νόμον, εκλεκτορικόν σώμα; Πέραν του ότι είναι, κατά νόμον, όπως προείπομεν, η μόνη αρμοδία δια την έγκρισιν και του τελικού καταλόγου; 2. Πως είναι δυνατόν οι εκλέκτορες να δεχθούν συνειδησιακώς και «αρχιερατικώς» να ρίψουν θετικάς ψήφους υπέρ των πατριαρχικών υποψηφίων, επί παραθεωρήσει όσων άλλων, τους οποίους έχουν προηγουμένως οι ίδιοι κανονικώς και νομίμως εγκρίνει εις τον τελικόν κατάλογον; 3. Δεν τίθενται, ούτως, εις υποδεεστέραν μοίραν, καίτοι φιανομενικώς, πέραν του νόμου, πατριαρχική ευνοία διακεκριμένοι, κατ’ ουσίαν όμως εκ πρώτης χειρός υπό των εκλεκτόρων αποκεκομμένοι, οι πατριαρχικοί υποψήφιοι; 5. Εάν υποθέσωμεν ότι οι πατριαρχικοί αρχιερείς ήσαν οι Ελλαδικοί εκλέκτορες και δεν θα είχον το δικαίωμα εγκρίσεως, αλλά μόνον της εκλογής, πως θα αντιδρούσαν; 6. Δεν τίθενται εν αμφιβόλω η ισοτιμία και ισονομία όλων των υποψηφίων ως πολιτών, με ίσα πολιτικά, νομικά και ανθρώπινα δικαιώματα, όταν δια τους μεν υπάρχει μόνον η πατριαρχική ευλογία, δια δε τους δε το κόσκινον ουχί μόνον των κανόνων αλλά και των νόμων και πολλών άλλων κοινωνικών παραγόντων; 7. Όλα τα ανωτέρω δεν θα προσκρούσουν εις λίθον; Εις την κανονικήν και έννομον τάξιν της Ελλάδος; Και εις την προσωπικήν φιλοτιμίαν και πικρίαν των άλλων υποψηφίων, δυναμένων να προσφύγουν εις την ελληνικήν και ευρωπαϊκήν δικαιοσύνην; Ειλικρινώς δεν ημπορώ να κατανοήσω, διατί πρέπει το πατριαρχικόν δίκαιον να θέλη να υπεισέρχεται εις την Ελλάδα, διασπών την καθεστηκυϊαν κανονικήν και νομικήν τάξιν; Δια να αποκτήσει μείζον κύρος; Ουδεμίαν ανάγκην έχει το Πατριαρχικόν δίκαιον, ως υπάτη πνευματική Αρχή του Γένους μας, την επαύξησιν του κύρους του δια της διασπάσεως εν Ελλάδι της ισοτιμίας και ισονομίας μεταξύ των προς αρχιερατείαν υποψηφίων δια τας πατριαρχικάς μητροπόλεις, εφ’ όσον η πράξις αποδεικνύει ότι εν ισονομία και ισοτιμία οι μητροπολίται των Νέων Χωρών έχουν τιμηθεί μέχρι και του αρχιεπισκοπικού θρόνου. Τα κατ’ ουσίαν πατριαρχικά προνόμια εις Ελλάδα είναι ικανά και αρκετά, κατά τους κανόνας και τους νόμους και δεν χρειάζεται επιπλέον τι. Η μέριμνά μας εντεύθεν κακείθεν, δια την περιφρούρησιν αυτών των ουσιωδών, σαφών και αδιαμφισβήτων και κοινώς και αμοιβαίως παραδεκτών και αποδεκτών δικαίων, δέον όπως ευρίσκεται εν ανυστάκτω εγρηγόρσει. Ημείς, τουλάχιστον, αυτό παντοιοτρόπως επί 35ετίαν όλην πράττομεν, και πάντοτε εν τέλειο επιτυχώς.

δ. Η Μήτηρ Εκκλησία έχει χρέος, εις σεβασμόν της Πατριαρχικής Πράξεώς της, «υποδεικνύειν» υποψηφίους και επιτυγχάνειν εκλογάς εξ ενός και του αυτού υπό της Συνόδου της Ιεραρχίας εγκεκριμένου καταλόγου εκλογίμων πατριαρχικών ή μη υποψηφίων, οι οποίοι θα έχουν εκκλησιαστικήν συνείδησιν, ποιμαντικήν, διοικητικήν και λειτουργικήν τοιαύτην, ώστε να αποδίδουν τα «του Πατριάρχου τω Πατριάρχη και τα του Αρχιεπισκόπου τω Αρχιεπισκόπω», ως Προέδρω (του οφείλετε μητρικώς την άνευ ετέρου κανονικήν αρχήν του πρώτου – ο Πρώτος είναι και Πρόεδρος, ο Πρόεδρος ουχί πάντως και Πρώτος κανονικώς) της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, δι’ Ου και μόνον η διοικητική αναφορά προς το Πατριαρχείον, κατά τας δύο Πράξεις, των μητροπολιτών των Νέων Χωρών.

ε. Η τυχόν εμμονή εις το «υποδεικνύειν», πέραν του νόμου, παρά τας ανωτέρω αντικειμενικάς δυσκολίας, εμπεριέχει τον κίνδυνον-και θα προκαλέσει την εύλογον καχυποψίαν των Αθηνών-διολισθήσεως εις εκκλησιαστικήν, διοικητικού χαρακτήρος, από μέρους του Πατριαρχείου επικυριαρχίαν. Εν άλλαις λέξεσιν, υποβαθμίζεται εισέτι το ιδιότυπον, β’ κατηγορίας, αυτοκέφαλον, ούτως ή άλλως, εν τη μια και τη αυτή ανεξαρτήτω διοικήσει, εις αυτόνομον καθεστώς, ή άλλως πως, κοσμικώς και πολιτικώς ομιλούντες, εις εκκλησιαστικόν προτεκτοράτον. Το συμφωνηθέν κείμενον συν-εργασίας είναι ό,τι καλλίτερον, Υμετέρα πρωτοβουλία και συν-εργασία των Αθηνών. Υπό την προϋπόθεσιν να συνοδεύηται υπό κοινού εγγράφου-πρωτοκόλλου ότι υπ’ αυτό νοούνται δύο τινά: α. η μη διαγραφή υποψηφίων αφ’ενός εκ μέρους του Πατριαρχείου δια τους γνωστούς λόγους και β. η άνευ ετέρου τυπική εγγραφή και έγκρισις των υπό του Πατριάρχου υποδεικνυομένων υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και γ. και με την ευχήν οι εν ταις Νέαις Χώραις υπηρετούντες άξιοι κληρικοί, εργάτες και υπηρέτες των πνευματικών αναγκών του Λαού, να τιμώνται εις το εξής, κατ’ αναλογίαν.

Ταύτα πάντα εξ ειδικού ενδιαφέροντος ακαδημαϊκού και εξ αγάπης αμερίστου προς τε την Μητέρα Εκκλησίαν ΚΠόλεως και προς την Αδελφήν Εκκλησίαν της Ελλάδος.

Αφωσιωμένος τη Μητρί Εκκλησία και Υμίν προσωπικώς, δι’ άλλης φωνής, με τας βαθυτάτας ευχάς δι ευχύμους ψυχικάς και νοητικάς εμπειρίας πνευματικής ηδυπαθίας εκ της προσεγγίζουσης Μεγάλης Εβδομάδος των παθών του Κυρίου ημών και της Λαμπροφόρου Αναστάσεως Αυτού.»

Αθανάσιος Αγγελόπουλος,

Άρχων Ακτουάριος της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ΚΠόλεως, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s