ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 13.8.2006.

Γράφει ο Αθανάσιος Αγγελόπουλος.

Οι μέρες αυτές είναι μέρες ευχάριστες, προσωπικής, οικογενειακής και γενικής αναψυχής. Οι καλύτερες, θα ‘λεγα του χρόνου. Στο πανηγυρικό επίκεντρο η Παναγία του σύμπαντος κόσμου, χριστιανών και μη, αλλά ιδίως των ορθοδόξων, και ιδιαίτερα ημών των Ελλήνων στην Ελλάδα. Γιατί Ελλάδα και Ορθοδοξία είναι έννοιες και πραγματικότητες ταυτόσημες και αλληλοπεριχωρούμενες. Το γεγονός αυτό αποδίδεται προσφυέστατα με τον όρο «Ελληνορθοδοξία». Αυτής προστάτης, σκεπαστής και χρυσοπλοκότατος πύργος είναι η Παναγία μας. Αυτό δεν είναι δική μας φαντασία. Αυτό πιστεύει και στο παραδοσιακό αυτό περιβάλλον ζει και κινείται τις μέρες αυτές «η συντριπτική πλειονοψηφία των Ελλήνων». Αυτή είναι η αλήθεια, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Από κάποιες των ημερών μας αφορμές σκέφθηκα να παρέμβω, λόγω ιδιότητος και ειδικότητος, διατυπώνοντας από την εφ. «ΤΟ ΠΑΡΟΝ», έπαλξη ειλικρινή του διδύμου «Ελλάδα-Ορθοδοξία», κάποιους προβληματισμούς συνοπτικά στα επίκαιρα καυτά ζητήματα αυτής της ελληνορθοδοξίας, στα οποία θα άξιζε να στρέψουμε την προσοχή μας ως επίσημη και κοινή γνώμη για συμπροβληματισμό. Κάποια δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών εξήψαν το ενδιαφέρον μας για διάλογο. Αλλιώς θα είχαμε μονόλογο, θέσεις και όχι και αντιθέσεις από τις οποίες προκύπτει γόνιμος σύνθεση.

Τέσσερις είναι οι προβληματισμοί μου. Τους καταθέτω παρακλητικά ενώπιον της εικόνας της Παναγίας μας για να βάλει το χέρι της και της επίσημης και κοινής γνώμης για ενημέρωση. Οι σχέσεις διαζυγίου Εκκλησίας – Κράτους στην Ελλάδα, τα Δίκαια, τα ανύπαρκτα νομικά στην Τουρκία, της Μητρός Μεγάλης Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, η ιστορική έδρα της οποίας από αιώνων, 1600 τόσα χρόνια, κείται μόνο στην Βασιλίδα των Πόλεων, το Σχίσμα στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, και το Δράμα των ημερών των Ρωμηών αραβόφωνων ορθοδόξων χριστιανών αδελφών μας στον Λίβανο, που υπάγονται στο Ελληνορθόδοξο Αραβόφωνο Πατριαρχείο Αντιοχείας, που εδρεύει προσφυγικώς στην Δαμασκό. Η ιστορική του έδρα βρίσκεται στην Αντιόχεια, πόλη σήμερα στην Τουρκία, στα παραμεθόρια προς την Συρία.

Α) Σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους στην Ελλάδα.

Διάβασα στην εφ. «Το ΕΘΝΟΣ» (31 Ιουλ.), σ.σ. 22-23, τις προτάσεις μιας «Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (ΕΕΔΑ), που υπάγεται, μάλιστα, λέγει η εφημερίδα, «κατευθείαν στο γραφείο του Πρωθυπουργού», που, σε συνεργασία με μια άλλη «Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη», εισηγείται «διαζύγιο στις σχέσεις κράτους – Εκκλησίας». Εισηγούνται οι δύο Επιτροπές τον υποχρεωτικό πολιτικό γάμο, το μάθημα των θρησκευτικών να μετατραπεί σε θρησκειολογικό, η Εκκλησία ως σύνολο και ως μητροπόλεις και ενορίες να μετατραπούν σε νομικά πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, ως «θρησκευτικές Ενώσεις», η εκκλησιαστική εκπαίδευση σύνολη να ιδιωτικοποιηθεί, η Εκκλησία να αναλάβει την μισθοδοσία κληρικών, να γίνει η αποκαθήλωση των θρησκευτικών συμβόλων στις δημόσιες υπηρεσίες και πολλά άλλα.

Οι θέσεις των Επιτροπών αυτών είναι εκθεμελιωτικές και εκριζωτικές των θρησκευτικών Δικαιωμάτων πάσης φύσεως «της συντριπτικής πλειονοψηφίας των Ελλήνων», δηλ. του 97% περίπου του πληθυσμού της χώρας, εν ονόματι, φυσικά εισηγούνται, Δικαιωμάτων. Αλλά ποιών Δικαιωμάτων; Δεν είναι του παρόντος αντεπιχειρηματολογία, που είναι συντριπτική. Οι εισηγήσεις αυτές έχουν ακουσθεί και γραφεί τόσες φορές. Εκφράζουν οι Επιτροπές αυτές «την συντριπτική μειονοψηφία των Ελλήνων» (περίπου 2%), έχουν όμως ένα πλεονέκτημα: διαθέτουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας για να έχουν άνετη πρόσβαση στα δημοσιογραφικά και τηλεοπτικά μέσα ενημερώσεως και νομίζουν έτσι ότι θα επιβληθούν στην συντριπτική πλειονοψηφία. Καμιά Κυβέρνηση ούτε η παρούσα, προπαντός, δεν θα θελήσει να πατήσει την πεπονόφλουδα για να πέσει στον γκρεμό, να αυτοκτονήσει, υιοθετώντας εξωπραγματικές προσωπικές εμμονές πλήρους αλλοιώσεως της πνευματικής προσωπικότητος και ταυτότητος του νεοελληνικού κράτους, που ιδρύθηκε με δύο βασικά συνθήματα των αγωνιστών ηρώων του 1821: Πρώτον για του Χριστού την πίστη την αγία και δεύτερον για της Πατρίδος την ελευθερία. Για τις Επιτροπές αυτές η Παναγία ας βάλει το χέρι της.

Για το ίδιο ζήτημα, εξ άλλου, στις 30 Ιουλίου στην εφημ. «ΤΟ ΠΑΡΟΝ», βλέπουμε εμπεριστατωμένο άρθρο του τ. Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Χρ. Σαρτζετάκη, με τίτλο «Το Δέον και το Εφικτόν» (σ. 16). Ο συγγραφέας είναι σοβαρός ερευνητής νομικός, με γνώση εις βάθος των πηγών και της βιβλιογραφίας. Κάποιες από τις απόψεις του όμως απαιτούν σοβαρή και εις βάθος συζήτηση, θα μείνουμε σε δυο, τρεις παρατηρήσεις, α) Για την επίκληση στο Σύνταγμα «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Εισηγείται την αντικατάσταση της με νέα «επίκλησιν μόνον του θείου αορίστως». Η σκέψη αυτή μου θυμίζει το βωμό «Τω αγνώστω θεώ», που συνάντησε ο Απ. Παύλος στην Αθήνα. Ο Θεός των χριστιανών, ημών των Ορθοδόξων ειδικά, δεν είναι αόριστος και νεφέλωμα ούτε άγνωστος, είναι προσωπικός και τριαδικός και μάλιστα εξ αποκαλύψεως. Αυτό μας διακρίνει από τους αορίστους θεούς των οπαδών των άλλων θρησκειών. Το ζήτημα είναι ουσιώδες και δεν λύνεται με μέσες λύσεις, αλλά με καθαρές Λύσεις. Οι πρόγονοι και πατέρες του έθνους μας, μέχρι του ισχύοντος Συντάγματος, επιμένουν – και ορθώς – στην επίκληση συγκεκριμένου προσωπικού αληθούς και όχι αορίστου θεού. β) Πράγματι, στην Ελλάδα από συστάσεως του Κράτους ισχύει και κατισχύει στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους το σύστημα της «νόμω κρατούσης πολιτείας», με μια ειδοποιό διαφορά σήμερα. Στα προϊσχύσαντα Συντάγματα και στους προϊσχύσαντες Καταστατικούς Χάρτες της Εκκλησίας της Ελλάδος ίσχυε η αρχή αυτή, τείνουσα όμως προς την πολιτειοκρατία. Η σημερινή συνταγματική και καταστατική τάξη τείνει αντιθέτως προς τη συναλληλία. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι όντως σήμερα αυτοδιοίκητος μέχρι του σημείου να είναι σαφώς διακριτοί οι ρόλοι Εκκλησίας και Πολιτείας, με σαφείς χωριστές αρμοδιότητες αλλά και με διακριτή πάλι συνεργασία στα σημεία εκείνα που το απαιτεί η βούληση, η συνείδηση και η παράδοση της μεγίστης πλειονοψηφίας των Ελλήνων. Η πλειονοψηφία αυτή καθιστά την Ορθόδοξη Εκκλησία του Κράτους επίσημη θρησκεία του. Το επίσημο αυτό έχει την έννοια και τον συμβολισμό και μόνο σε ποιο θρήσκευμα ανήκει η μεγίστη πλειονοψηφία των Ελλήνων και τίποτε περισσότερο. Την ερμηνεία αυτή, νομίζω, την έχει αποδεχθεί το Σ. τ. Ε. γ) Κατά το άρθρο 3, παραγ. 1, του Συντάγματος, η Ορθόδοξη Εκκλησία τη Ελλάδος «Τηρεί απαρασάλευτα τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις», δηλ. αποφεύγεται επιμελώς η διάκριση αυτών σε δογματικούς, λατρευτικούς και διοικητικούς. Ο κ. Πρόεδρος εισηγείται λύση με ορισμό περιοριστικό εις τους «περί το δόγμα και την λατρείαν», αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες. Ο εισηγούμενος περιοριομός είχε γίνει δεκτός και επιβληθεί επί δικτατορίας, επί Αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), και ήγειρε τότε φοβερές αντιδράσεις από μέρους πανεπιστημιακών καθηγητών των θεολογικών και Νομικών Σχολών, ιεραρχών, δημοσιογράφων κλπ, με σοβαρά επιχειρήματα εναντίον του ορισμού αυτού για να ατονήσει σιγά, σιγά και να φθάσουμε στον ισχύοντα ορισμό. Εάν τους περί την διοίκησιν κανόνες υποβιβάσουμε και υποβαθμίσουμε, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος ανατροπής του όλου επισήμου συστήματος κανονικής διοικήσεως της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας με σπονδυλική της στήλη την ελληνορθοδοξία, που στηρίζεται, ως έχει, στους περί την διοίκηση θ. και Ι. Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων.

Έτσι, τα τέσσερα Πρεσβυγενή Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής (Οικουμενικό Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων), τα πέντε Νεότερα Πατριαρχεία (Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας) και οι πέντε Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας-Σλοβακίας) ισοπεδώνονται και εξισώνονται μεταξύ τους, γίνονται ένα είδος ορθοδόξου Ο.Η.Ε. Αυτό, φυσικά, επιζητεί η Ρωσία εις υποσκέλιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως έχοντος τον συντονιστικό πρωτόβουλο ρόλο, και των άλλων Ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων, που η θέση τους στο όλο σύστημα διοικήσεως στηρίζεται στους περί τη διοίκηση θ. και Ι. Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων. Πολύ επικίνδυνη, λοιπόν, η σκέψη αυτή. Το σκεπτικό αυτό- και όχι εκείνο που επικαλείται ο αρθρογράφος- επικράτησε ώστε να ισχύει η διατύπωση αυτή, χωρίς τις διακρίσεις μεταξύ των κανόνων. Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα. Περισσότερα γι’ αυτό λέμε στο διδακτικό εγχειρίδιο μας για τους φοιτητές «Ιστορία Δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εικοστός αιώνας, Εκδ. 3η, Θεσσαλονίκη 2005, Αφοι Κυριακίδη,σσ. 83-91».

Β) Τα Δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Τουρκική Δημοκρατία.

Αυτό είναι το πολύ σημαντικό και καίριο ζήτημα στην παρούσα συγκυρία του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας. Για να επιτευχθούν τα καλύτερα αποτελέσματα απαιτούνται σύνεση, χαμηλοί τόνοι και προπαντός αποφυγή προκλήσεων και ερίδων (όπως π.χ. της διατυμπανισθείσης πριν από τρία χρόνια μέσω τηλεοπτικών πράξεως ακοινωνησίας του Πατριάρχου με τον Αρχιεπίσκοπο στο Φανάρι, που ανακαλούσε στην μνήμη μας μεσαιωνικού τύπου σίριαλ) μεταξύ Φαναριού και Αθηνών για δευτερεύοντα και τριτεύοντα ή ανύπαρκτα ζητήματα στις μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχέσεις. Σήμερα ενός εστί χρεία. Οι πολυμέτωποι συγχρόνως αγώνες για Δίκαια, παλαιά ή νέα, θυμίζουν το λαϊκό απόφθεγμα «όποιος ζητά τα πολλά χάνει και τα λίγα» ή «δεν χωρούν δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη».

Το άρθρο του κ. Σαρτζετάκη δεν προάγει τα μεγάλα, τα θεσμικά, προς την κατεύθυνση που είπαμε, ικανοποιεί προφανώς, τα μικρά και τα προσωπικά. Και αυτά τα τελευταία είναι πολύ συζητήσιμα, θα αναφερθούμε σε δύο, τρεις περιπτώσεις του άρθρου, α) Ο λόγος για το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτό εδόθη, κατά τον αρθρογράφο, «δια του Βασιλικού Διατάγματος της 23ης Ιουλ. 1833» και «ανοήτως υποστηρίζεται ότι είναι απόρροια του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιούν. 1850». Εμείς διδάσκουμε στους φοιτητές μας τα αντίθετα. Ότι το 1833 έχουμε το νομικό ψευδοαυτοκέφαλο. Αυτόνομο, Αυτοκέφαλο ή Πατριαρχική Τιμή στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τόπους είναι κανονική και όχι νομική κατάκτηση. Υπάρχει δε συγκεκριμένη διαδικασία αποκτήσεως. Εν προκειμένω, η Πολιτεία δια του Υπουργικού Συμβουλίου και η Εκκλησία δια της Συνόδου τότε με αίτηση τους απευθύνθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να δοθεί το κανονικό αυτοκέφαλο, όπως και εδόθη το 1850.

Εάν ήταν εντάξει το αυτοκέφαλο του 1833, ερωτώ γιατί η ενέργεια αυτή του 1850; Έτσι εγίνετο και μέχρι σήμερα γίνεται. Τα νεότερα 5 Πατριαρχεία και οι 4 Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, πλην Κύπρου, απέκτησαν τις τιμές της αυτοκεφαλίας ή πατριαρχίας με Τόμο, κανονικό από τους ι. Κανόνες προβλεπόμενο κείμενο. Άλλο πράγμα είναι όταν μετά συντρέχει και ο νόμος. Ένα πρόσφατο και ένα παλαιό παράδειγμα. Η «αυτοκέφαλος» Εκκλησία των Σκοπίων έχει νομική υπόσταση, δοθείσα από τον Τίτο, από καμιά όμως Ορθόδοξη κατά τόπους Εκκλησία δεν αναγνωρίζεται, διότι στερείται κανονικού Τόμου. Εμείς απορρίπτουμε τους φοιτητές που μας λένε ότι είναι νομική υπόθεση το αυτοκέφαλο ή η πατριαρχική τιμή. Και ο μέγας αυτοκράτορας Ιουστινιανός την πατρίδα του, την Πρώτη Ιουστινιανή (σημερ. Τσαρίτσιν Γκραντ, πάνω από την Νίσσα της Σερβίας), με Νεαρά έκαμε αρχιεπισκοπή και πατριαρχείο και βικαριάτο, αλλ’ όμως η Εκκλησία στην πράξη το απέρριψε, β) Ομιλεί ο πολύ σεβαστός μας αρθρογράφος για την «εκ της προ της Επαναστάσεως και κατ’ αυτήν παγίως ανθελληνικήν πολιτείαν του Πατριαρχείου με τους επανειλημμένους αφορισμούς του κατά των αγωνιστών». Η γενίκευση είναι ανιστόρητη. Μεγάλη απόδειξη περί του αντιθέτου είναι η αγχόνη του νεομάρτυρος και εθνομάρτυρας Γρηγορίου Ε’ και όλης της περί αυτόν Ιεράς Συνόδου της περιόδου 1821, από Μαρτίου μέχρι Ιουνίου 1821, ως προδοτών του Σουλτάνου. Δια το ουσιαστικό νόημα των αφορισμών και των συνθηκών, υπό τις οποίες εγίνετο, παραπέμπω τον καλόπιστο αρθρογράφο και αναγνώστη στα Πρακτικά Συνεδρίου για τον εθνομάρτυρα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, που ήταν τότε και αυτός συνοδικός και απαγχονίσθηκε. Εκεί σε μια περισπούδαστη μελέτη του ευφήμως γνωστού, καθηγητή και ερευνητή, Τ. Γριτσόπουλου, ο λόγος για τις συνθήκες και το νόημα εκείνων των αφορισμών και εγκυκλίων, (βλ. Ο Εθνομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωσήφ [+1821, Κωνσταντινούπολις], Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 167-212). γ) Πράγματι, κατά τους Θ. και Ι. Κανόνες, που επικαλείται και ο αρθρογράφος, που όμως είναι διοικητικής φύσεως, που ο ίδιος θέλει το Σύνταγμα να τους αγνοεί, σε μια Επικράτεια, διεθνώς αναγνωριζομένη, πρέπει να υπάρχει ανεξάρτητη Εκκλησία.

Πρώτον, που είναι και Πρόεδρος συγχρόνως, κατά την διήκουσα κανονική αρχή του Μ. Φωτίου «τα εκκλησιαστικά και μάλιστα δε τα περί των ενοριών δίκαια τοις πολιτικαίς επικρατείαις και διοιικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι είωθεν»». Αυτή είναι η κατ’ ακρίβεια κανονική τάξη.

Εδώ, στην περίπτωσή μας, ακολουθείται η κατ’ οικονομία κανονική, ωσαύτως, αρχή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες η μαρτυρική Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως δια των αιώνων δρα και μέχρι σήμερα. Ορθώς η συνείδηση του εν Ελλάδι Ορθοδόξου Γένους προσέφερε αφαιρούσα κάτι από τον εαυτό της προς υποστήριξη της Μητρός Εκκλησίας. Βέβαια, υπό την βασική κανονική προϋπόθεση, ότι η Διοίκηση στην Ελλάδα είναι θέμα αποκλειστικά της Αυτοκέφαλου Εκκλησίας Της. Στο Πατριαρχείο ανήκει με κάποιους όρους η πνευματική αναφορά. Οι απευκταίοι όμως τσακωμοί, παλαιοί και νέοι και σημερινοί, μεταξύ των δύο Εκκλησιών, από μόνοι τους θέτουν το ζήτημα, για το οποίο ο αρθρογράφος είναι απόλυτος. Επειδή εμείς προσωπικά πιστεύουμε στην εκκλησιαστική ενότητα στην Ελλάδα και μέσα από την τριχρωμία του εκκλησιαστικού χάρτου, αλλά απεχθανόμαστε τους καυγάδες για άδικα δίκαια και ηγεμονισμούς και βυζαντινισμούς, στην πρόσφατη διένεξη (2003-2004), παρενέβημεν και γράψαμε μονογραφία 600 σελίδων προς χρήση και των φοιτητών για τα Εκκλησιαστικά Δίκαια στην Ελλάδα σήμερα, όπου με πολλή αγάπη και πόνο, γιατί πρόκειται για την μία και αυτήν οικογένεια, συνιστούμε τα δέοντα γενέσθαι (βλ. Τα Εκκλησιαστικά Δίκαια στην Ελλάδα σήμερα, εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2005). δ) Και μια τελευταία παρατήρηση, θεωρεί ο σεβαστός αρθρογράφος το βιβλίο του Παναγιώτη Φούγια, Φανάρι-Αθήνα. Παρελειπόμενα, Θεσσαλονίκη 2006, «αξιολογώτατον ιδιαιτέρως αποκαλυπτικόν, με πλήρη τεκμηρίωσιν της θλιβεράς διοικητικής εν γένει πολιτείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου».

Ο υποφαινόμενος παρουσίασε το βιβλίο, με παρόντα τον συγγραφέα σε ενδιαφέρον και ζωηρό ακροατήριο στην θαυμάσια αίθουσα παρουσιάσεων του εκδοτικού οίκου Μαλλιαρής – Παιδεία, αφού δική του έκδοση είναι. Εκεί τα μεν θετικά ιστορικού χαρακτήρας εξήρθησαν, κάποια όμως άλλα, που ο αρθρογράφος θεωρεί «αξιολογώτατα», εκρίθησαν πολύ αυστηρά, με εμπρέποντα σεβασμό στον συγγραφέα, και μέχρι τινός απαράδεκτα.

Φυσικά, η αιτία συγγραφής του βιβλίου δεν βρίσκεται στον συγγραφέα αλλά στο Φανάρι, το οποίο τον αδελφό του, αείμνηστο ήδη, από Θυατείρων Αρχιεπίσκοπο και αποθανόντα ως Πισιδίας Μεθόδιο, εν μία νυκτί, χωρίς καν να ζητήσει γραπτώς εξηγήσεις, κατά παράβαση των κανονικώς διαγορευομένων, εκαρατόμησε. Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα πίκρας του μικρότερου αδελφού υπέρ του πρεσβυτέρου αδελφού, στον οποίο ο νεότερος οφείλει τα πάντα. Κάποτε η πίκρα αυτή γίνεται γραπτός λόγος, ευγνωμοσύνης ένεκεν.

Να γιατί η πολιτική και η εκκλησιαστική διοίκηση πρέπει να εξασκούνται με πρόβλεψη και δικαιοσύνη και φιλανθρωπία, και προπαντός η εκκλησιαστική. Να μην τα ισοπεδώνουμε όμως όλα. Και ο διακεκριμένος αρθρογράφος μας, όταν ήταν εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν νομίζω ότι ήταν πρώτος πολίτης μιας χώρας απολύτου χρηστής και όχι και «θλιβεράς διοικητικής εν γένει πολιτείας».

Γ) Μια τρίτη πονεμένη κατάσταση της ελληνορθοδοξίας σήμερα είναι το δημιουργηθέν και διευρυνόμενο Σχίσμα στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Με ευθύνη τριών κέντρων Ιεροσολύμων, Αθηνών και Φαναριού, φθάσαμε σήμερα να έχουμε δύο Πατριάρχες: Τον κανονικώς εκλεγέντα και κατασταθέντα το 2002 Ειρηναίο, που εμείς οι Έλληνες θεωρούμε τώρα «μοναχό», αλλά το κράτος του Ισραήλ δεν βρίσκει «αιτίαν κατ’ αυτού» και τον θεωρεί κανονικό και νόμιμο Πατριάρχη, αφού η έδρα του είναι εντός της επικράτειας του Ισραήλ και αρκετές αραβικές κοινότητες εντός του Ισραήλ τον αναγνωρίζουν (π. χ. η μεγαλύτερη της Ναζαρέτ) και τον Θεόφιλο, Αρχιεπίσκοπο Θαβωρίου για το Ισραήλ, αναγνωριζόμενο όμως ως Πατριάρχη από την Ελλάδα, την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή με πολλά ερωτηματικά, και το πανορθόδοξο σύστημα διοικήσεως, με περισσότερα ερωτηματικά και ανάλογες απορίες, για την βιασύνη με την οποία ενήργησε. Την πολιτική, δημοσιογραφική και τηλεοπτική ευθύνη φέρει εξ ολοκλήρου η Αθήνα, την πανορθόδοξη το Φανάρι και την επιτόπου άπασα η Αγιοταφική Αδελφότητα, συμπεριλαμβανομένων και του Ειρηναίου και Θεοφίλου. Πάντως, είναι αφελής η θέση να νομίζουμε ότι τελικά ο Ειρηναίος θα μείνει μόνος και έτσι θα λήξει το πρόβλημα, ώστε θα αναγκασθεί το Ισραήλ να τον εγκαταλείψει για να αναγνωρίσει τον Θεόφιλο.

Οι νεότερες πληροφορίες πιστοποιούν το αντίθετο και είναι έγκυρες αυτές. Η μεγαλύτερη αραβόφωνη κοινότητα στο Ισραήλ, αυτή της Ναζαρέτ, το Σάββατο 1 Ιουλίου υποδέχθηκε τον Πατριάρχη Ειρηναίο, αποκηρύξασα τον Θεόφιλο, γιατί ο δεύτερος δεν συμπεριφέρθηκε με ειλικρίνεια απέναντι της. Εις επιβεβαίωση αυτής της θέσεως το Προεδρείο της ίδιας κοινότητος στις 8 Ιουλίου κατέθεσε το υπ αριθμ. 9970 δικόγραφο-παρέμβαση στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ιεροσολύμων (το δικό μας Σ. τ. Ε.), ζητώντας τη μη αναγνώριση του Θεοφίλου, ο οποίος και προκάλεσε την δίκη, ζητώντας δια της δικαστικής οδού την αναγνώριση, και δηλώνοντας συγχρόνως την εμπιστοσύνη της στον Ειρηναίο, ως κανονικό Πατριάρχη, αφού τίποτε δεν έχει αποδειχθεί εις βάρος του, πέφτοντας θύμα συνωμοσίας έσωθεν και πολιτικών από το εξωτερικό παρεμβάσεων. Στις 11 Ιουλίου ο Θεόφιλος εμφανίζεται ενώπιον της Διυπουργικής Επιτροπής, όπως προηγουμένως έπραξε τον Μάρτιο ο Ειρηναίος. Δεν ήσαν και τόσο ευχάριστα εκεί τα πράγματα για τον Θεόφιλο. Στις 12 Ιουλίου ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ δεξιώνεται τον Πρωθυπουργό της Ιαπωνίας προσκαλείται και προσέρχεται στον πρωθυπουργικό οίκο ο Ειρηναίος ως Πατριάρχης του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Στις 19 Ιουλίου το Αν. δικαστήριο αναβάλλει την εκδίκαση της προσφυγής Θεοφίλου για τον επόμενο Νοέμβριο, κατόπιν αιτήσεως της Κυβερνήσεως, λόγω των γεγονότων του Λιβάνου. Το παράδειγμα της Ναζαρέτ θα ακολουθήσουν, φαίνεται, και άλλες αραβόφωνες κοινότητες στο Ισραήλ. Η Αγιοταφική Αδελφότητα βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση, την στιγμή μάλιστα που ο Θεόφιλος δεν μπορεί να αφομοιώσει και εξουδετερώσει το αρνητικό κλίμα. Αμφότεροι οι Πατριάρχες διαμένουν εντός του Πατριαρχείου. Τα διαμερίσματα και τον ναό της Αγίας Θέκλας του Ειρηναίου προστατεύει ισραηλινή φρουρά προς αποφυγή ερίδων εντός της Αγιοταφικής Αδελφότητος. Οι κυβερνήσεις της Ιορδανίας και της Παλαιστινιακής Αρχής όρισαν νέες επιτροπές επανεξετάσεως της όλης καταστάσεως, διότι ο Θεόφιλος δεν τήρησε ακόμη τις δεσμεύσεις του. Η ΥΠΕΞ του Ισραήλ σιδηρά κυρία Λίβνη δήλωσε στον Γ. Παπανδρέου, σε πρόσφατη επίσκεψη του στο Ισραήλ, κατόπιν σχετικής ερωτήσεως για την αναγνώριση Θεοφίλου, ότι «εμείς έχουμε Πατριάρχη και αυτός είναι ο Ειρηναίος».

Να επισημάνουμε εδώ ότι η αναγνώριση ενός Πατριάρχου από την Επιτόπια Αρχή συναρτάται εσωτερικά και όχι τυπικά με την όλη νόμιμη διαδικασία πατριαρχικής εκλογής στο σχήμα: αποδοχή της παραιτήσεως-αναγνώριση Τοποτηρητού – έγκριση καταλόγου υποψηφίων – εκλογή -αναγνώριση και ενθρόνιση, παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής Αρχής του τόπου. Το σχήμα αυτό ανετράπη στην περίπτωση Θεοφίλου, όπως αποδεικνύεται στην ερευνά μας, με τίτλο «Η υπό της Πολιτείας Αναγνώρισις των Πατριαρχών στα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής», που δημοσιεύθηκε στον Τιμητικό Τόμο προς τιμήν του μητροπολίτου Μεγάρων και Σαλαμίνος Βαρθολομαίου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας στο Παρελθόν και στο Παρόν, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 869-892. Η κοινή γνώμη της Ελλάδος δεν γνωρίζει όλη την αλήθεια για το πρόβλημα αυτό, η λύση του οποίου έχει ένα χαρακτηριστικό, την προχειρότητα και την βιασύνη. Ο λαός λέγει ότι στα βιαστικά πράγματα είναι μπερδεμένος και ο διάβολος. Μια αλλαξοπατριαρχία δεν συντελείται άρον, άρον, απλά με το «ο τολμών νικά», και επειδή το ήθελε η εισαγγελική τηλεδικία. Η πατριαρχική τιμή δεν είναι πουκάμισο που το αλλάζουμε από την μια μέρα στην άλλη. Η Παναγιά να βάλει το χέρι της εκεί κάτω.

Δ) Ο Λίβανος καίγεται. Η επικράτεια αυτή συνιστά μητρόπολη με κάποιες επισκοπές υπ’ αυτήν, του Ελληνορθόδοξου Αραβόφωνου Πατριαρχείου Αντιοχείας. Οι ομόδοξοι μας Λιβανέζοι και το Πατριαρχείο Αντιοχείας είναι σαρξ εκ της σαρκός της ευρυτέρας Ρωμηοσύνης. Γι’ αυτό και ο επίσημος τίτλος του Πατριαρχείου είναι «Ελληνορθόδοξον Πατριαρχείον Αντιοχείας». Έλληνες και Αραβόφωνοι Ορθόδοξοι είμαστε όλοι Ρωμηοί.

Χωρίς την συμπαράσταση των άλλων Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και της Πολιτείας μας, πού να ανοιχθούν στην θάλασσα του Ισλάμ οι άνθρωποι αυτοί; Ορθά ο Μακαριότατος Χριστόδουλος έθεσε τις δυνάμεις της Εκκλησίας της Ελλάδος στην διάθεση του Πατριαρχείου αυτού. Η δε Πολιτεία θα πρέπει θετικά να εξετάσει την αποστολή ειρηνευτικής δυνάμεως εκεί, όταν ζητηθεί από τον Ο.Η.Ε. Έχουμε το θετικό προηγούμενο του Κοσσόβου, όπου οι αδελφοί μας ομόδοξοι Σέρβοι έπαιρναν μια ανάσα με την ελληνική εκεί παρουσία. Πολλά δε βυζαντινά μεγάλης τέχνης μνημεία (ναοί, μοναστήρια, προσκυνήματα της Ορθοδοξίας στο Κόσσοβο) προστατεύθηκαν από τους Έλληνες στρατιώτες. Αυτή, αγαπητέ κ. Κουρή, είναι η προσωπική και της ευρείας κοινής γνώμης παράκληση συνολική στην Παναγιά μας, την Δεκαπενταυγουστιανή.

Δημοσιεύθηκε στο «Παρόν», 13.8.2006.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s