Συμβολή στην Ιστορία, στην Αλήθεια και στον επίκαιρο εθνικό και θρησκευτικό προβληματισμό.

ΘΕΜΑ: Το πρόβλημα της αλλαξοπατριαρχείας στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων (2005-2007) και η έναντι του προβλήματος αυτού στάση του επισήμου Κράτους του Ισραήλ.

Εισαγωγικά

Το εν θέματι πρόβλημα εστιάζεται στην όλη διαδικασία εκθρονίσεως του νομίμου και κανονικού Πατριάρχου Ιεροσολύμων στο πρόσωπο του Ειρηναίου αφενός και της νέας εκλογής και ενθρονίσεως του Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου Θεοφίλου στον ίδιο πατριαρχικό θρόνο, αφετέρου.
Τα πρωτογενή αίτια, που οδήγησαν στο Ζήτημα της αλλαξοπατριαρχείας, ανευρίσκει ο ειδικός ερευνητής εντός της Αγιοταφικής Αδελφότητος. Αυτά έχουν να κάμουν με προσωπικές φιλοδοξίες και συμπεριφορές και τακτικές, που αναφέρονται ευθέως στην πλήρωση του Πατριαρχικού Θρόνου, μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Διοδώρου. Ο κανονικώς και νομίμως εκλεγείς ως Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήτο, μετά τον Διόδωρο, ο υπό του Κράτους του Ισραήλ σήμερα εισέτι αναγνωριζόμενος Ειρηναίος.
Λόγοι μεγάλων συμφερόντων, που σχετίζονται με το ιδιοκτησιακό και οικονομικό καθεστώς του Πατριαρχείου (αγοραπωλησίες παριαρχικής γης) – δεν είναι του παρόντος η αναδίπλωση τους -, έγιναν αφορμή, ώστε οι αποτυχόντες διεκδικητές του Θρόνου, θανάσιμοι τώρα αντίπαλοι του νέου μετά τον Διόδωρο Πατριάρχου Ειρηναίου, να σχηματίσουν και προωθήσουν βαθμιαίως αντιπολιτευτική ομάδα, με αιχμή κατηγορίες για υπαρκτά ή ανύπαρκτα οικονομικά σκάνδαλα περί τις αγοροπωλησίες κυρίως σε συνδυασμό με «αλαζονική» συμπεριφορά του Πατριάρχου και του αμέσου περιβάλλοντός του. Η αντιπατριαρχική αυτή συσπείρωση απέβλεπε στην υπονόμευση του Θρόνου Ειρηναίου και στην δεδομένη ευκαιρία ανατροπή του, μη τυχόν και κάποιος από τους αποτυχόντες διεκδικητές του Θρόνου επιτύχει την ανάρρησή του σ’ αυτόν, ειδικότερα ένας που διέθετε ισχυρά πολιτικά ερείσματα στην Αθήνα, που όμως και πάλι δεν τα κατάφερε.

Ο Ειρηναίος, μη ενεργήσας εγκαίρως και προβλεπτικώς προς εξουδετέρωση των αντιπάλων τάσεων, ασχέτως και των ιδικών του κατ’ άνθρωπο σφαλμάτων συμπεριφοράς έναντι των αδελφών του Αγιοταφιτών (επί έξι μήνες περίπου εστερούντο οι Αγιοταφίτες του μισθού των), κατέστη το επίκεντρο του προβλήματος-δύνης. Υπήρξε, τελικά, το κυρίως εξιλαστήριο θύμα.

Το έναυσμα της κρίσεως ήλθε από την Αθήνα, με κύρια αφορμή δημοσίευμα της εφημερίδος Maariv των Ιεροσολύμων, κυρίως από δημοσιογραφικά και τηλεοπτικά μέσα, που διήγειραν επί μήνες την κοινή ελληνική γνώμη και τα θρησκευτικά αισθήματα του ελληνικού λαού, που σέβεται βαθύτατα τα Πανάγια Προσκυνήματα, των οποίων φύλακας δια των αιώνων, από της ιδρύσεως της πρώτης χριστιανικής κοινότητος Ιεροσολύμων (33 μ.Χ.), είναι το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Η Κυβέρνηση των Αθηνών αιφνιδιασθείσα ενήργησε βεβιασμένα, υπό το τηλεοπτικό και δημοσιογραφικό κράτος και το παραδικαστικό κύκλωμα υφισταμένη, ταχθείσα πολύ γρήγορα, λόγω των δυσμενών εντυπώσεων για το ζήτημα στην κοινή γνώμη, για λόγους δικούς της παρά τω πλευρώ της αντιπολιτευτικής προς τον Πατριάρχη ομάδος Αγιοταφιτών, αντί να διαμεσολαβήσει ψύχραιμα και εξειδικευμένα και επίμονα, με μόνο σκοπό την γεφύρωση των αντιπάλων πλευρών, προς αποφυγή εμπλοκής των επιτοπίων τριών Κυβερνήσεων με το ενδεχόμενο μιας νέας πατριαρχικής εκλογής. Έτσι, το ρήγμα εντός της Αγιοταφικής Αδελφότητος μεγάλωσε εις βάρος του Πατριάρχου, ο οποίος δεν μπόρεσε να ελέγξει την κρίση, παρ’ ότι τα αποδιδόμενα σ’ αυτόν οικονομικά σκάνδαλα αγοραπωλησιών δεν απεδείχθησαν. Έμειναν – και είναι μέχρι σήμερα – στη σφαίρα των δημοσιογραφικών εντυπώσεων και των βεβιασμένων πολιτικών εις βάρος του. Για τον Ειρηναίο αναδεικνυόταν, μάλιστα, το αντίθετο γεγονός. Η πολιτεία του Πατριάρχου Ειρηναίου τόσο ως Εξάρχου του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα όσο και ως νέου Πατριάρχου ήταν ενδεικτική συντηρήσεως και αποδεδειγμένης επαυξήσεως της ιδιοκτησίας και της εν γένει περιουσίας του Πατριαρχείου. Ούτε άλλαξε κάτι μέχρι τώρα, εις βάρος του. Αντιθέτως, μάλιστα, οι διεργασίες αναγνωρίσεως του Θεοφίλου από το Ισραήλ έχουν ως βάση την ολοκλήρωση των εκκρεμών αγοραπωλησιών από το Θεόφιλο.

Επειδή η γεωγραφική δικαιοδοσία του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εκτείνεται στις τρεις επιτόπιες πολιτικές Αρχές, στο Κράτος του Ισραήλ, στο έδαφος του οποίου μάλιστα κείται η έδρα του Πατριαρχείου, στην Ιορδανία και στην Παλαιστινιακή Αρχή, ήταν εύλογο η κρίση αυτή να απασχολήσει, προς ίδιον όφελος, τις κυβερνήσεις των, αφού και τα τρία μέρη έχουν τα δικά τους ενδιαφέροντα και συμφέροντα έναντι του Πατριαρχείου, επιτοπίως. Διότι, αν μη τι άλλο, η διαδικασία απ’ αρχής μέχρι τέλους αναγνωρίσεως του εκάστοτε νέου Πατριάρχου (από της κανονικής και νομίμου χηρείας του θρόνου μέχρι της ιεροτελεστικής πράξεως της ενθρονίσεως) είναι προνόμιο νόμιμο των επιτοπίων Κρατών, στα όρια των οποίων νομίμως και κανονικώς ζει και λειτουργεί το Πατριαρχείο, ως ανεξάρτητος  και αυτοδιοίκητος θρησκευτικός θεσμός. Το ανεξάρτητο και αυτοδιοίκητο του θεσμού λειτουργεί, βάσει διεθνών συνθηκών και συμφωνιών, με υποστηρικτική εγγυήτρια Δύναμη την Ελλάδα, αφού η Αγιοταφική Αδελφότητα είναι ελληνική, ανανεούμενη από τον ελληνορθόδοξο κόσμο, και αποβλέπει στην προνομιακή φύλαξη, συντήρηση και προβολή των Παναγίων Προσκηνυμάτων για όλο τον Χριστιανικό Κόσμο, πάλι βασει διεθνών συμφωνιών.
Οδηγηθήκαμε, λοιπόν, από τα πράγματα και τις αντίπαλες συμπεριφορές σε μια νέα προβληματική κατάσταση, ώστε να έχουμε σήμερα, σχεδόν τρία χρόνια, εντός της πατριαρχικής αυλής δύο Πατριάρχες, τον Ειρηναίο, αναγνωριζόμενο εισέτι, ως νόμιμο και κανονικό, από το Κράτος του Ισραήλ και τον Θεόφιλο, Αρχιεπίσκοπο Θαβωρίου, (εκλέχθηκε και ενθρονίστηκε ως Θαβωρείου από τον ίδιο τον Ειρηναίο), που τον αναγνωρίζουν η Ελλάδα, η Ιορδανία, η Παλαιστινιακή Αρχή και το Πανορθόδοξο Σύστημα, κατόπιν διπλωματικών και πολιτικών πιέσεων από την Αθήνα, βάσει ανταλλαγμάτων επαχθών εις βάρος του Πατριαρχείου, όπως σ’ όλους είναι γνωστά. Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα, περί τα τέλη του 2007.

Η στάση έναντι του προβλήματος του Κράτους του Ισραήλ

Το Κράτος του Ισραήλ, λόγω και των ιδικών του κατεξοχήν συμφερόντων από την ύπαρξη της έδρας του Πατριαρχείου στην ιστορική παλαιά πόλη των Ιεροσολύμων στα όρια της Επικρατείας του, παρακολουθεί εύλογα από κοντά την νέα κατάσταση, μη παρασυρόμενο όμως σε βεβιασμένες επί τρία σχεδόν χρόνια τώρα ενέργειες για το πρόβλημα, αποβλέπον εις την είσπραξη των δικών του ανταλλαγμάτων, κατά το προηγούμενο της Ιορδανίας και Παλαιστινιακής Αρχής, για να αποφασίσει τίνι τρόπω να άρει και να δώσει αναγνώριση. Πολύ περισσότερο, διότι οι λόγοι, που οδήγησαν επιτόπου την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή στη  άμεση σχεδόν αναγνώριση Θεοφίλου ως Πατριάρχου Ιεροσολύμων, δεν άπτονται των αμέσων ενδιαφερόντων του και δεν το θίγουν, πλην όμως το προβληματίζουν προς ίδιον όφελος.

Το Ισραήλ είναι άριστος γνώστης και μάρτυρας επιχειρήσεως, να επιβληθεί νέα κατάσταση πραγμάτων ως προς το πολιτειακό προνόμιο αναγνωρίσεως του εκάστοτε νέου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, επί αγνοήσει της Κυβερνήσεως του Ισραήλ. Πως αυτό; Από την όλη νέα διαδικασία εκθρονίσεως αφ’ ενός του Ειρηναίου και εκλογής και ενθρονίσεως αφ’ ετέρου του Θεοφίλου, κατ’ αντίθεση προς τα μέχρι τούδε κρατούντα, εξάγεται ότι το Κράτος του Ισραήλ τέθηκε στο περιθώριο από τις άλλες εμπλεκόμενες πλευρές στο Ζήτημα της πατριαρχικής εκλογής. Προφανώς, διότι προωθείται η θέση ότι η έγκριση της διαδικασίας αναγνωρίσεως ενός νέου Πατριάρχου δεν είναι αναγκαία, οπωσδήποτε, εκ των προτέρων (a priori). Είναι δυνατόν  να δίδεται η έγκριση αυτή και εκ των υστέρων (a posteriori) από την Κυβέρνηση του Ισραήλ, ειδικώτερα.
Η θέση αυτή θα είχε βάση, εάν το αυτό ίσχυε και για τις άλλες δύο επικράτειες, την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή. Να αφήνεται, δηλ., η όλη διαδικασία περί την χηρεία, την εκλογή, ενθρόνιση Πατριάρχου στο Πατριαρχείο, ως εσωτερική κανονική εκκλησιαστική διαδικασία, και a posteriori διαπιστωτικά να αναγνωρίζουν οι επιτόπιες κυβερνήσεις τον νέον Πατριάρχη ή να διαφωνούν, εάν πρέπει να δίδονται οι δέουσες απαντήσεις, ότι όλα εξελίχθησαν σωστά κατά την εκλογική διαδικασία, με το δικαίωμα να δέχονται και να ανακρίνουν ενστάσεις από θιγομένους, σε καθαρώς θέματα εννόμου τάξεως.

Στην προκειμένη υπό εξέταση περίπτωση ακολουθήθηκε η αρχή της διακρίσεως και της αγνοήσεως μιας εκ των τριών κυβερνήσεων, εν προκειμένω του Ισραήλ, επί υποτιμήσει του κύρους της εννόμου τάξεως του Κράτους. Πως, λοιπόν, εξελίχθηκαν τα πράγματα κατά την προβληματική αλλαξοπατριαρχεία στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, επί αγνοήσει του Ισραήλ; Κατά τα ανωτέρω; Ώστε αυτό να πιέζεται σήμερα για την αναγνώριση αλλά να την διαπραγματεύεται αναλόγως, έναντι της ελληνικής πλευράς;

α. Στο ζήτημα της άρσεως αναγνωρίσεως του Πατριάρχου Ειρηναίου.

(1) Η άρση της αναγνωρίσεως Ειρηναίου, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους (οθωμανικός, της Ιορδανίας και του Ισραήλ για το ίδιο ζήτημα), ζητηθείσα από την Αγιοταφική Αδελφότητα, δεν έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση του Ισραήλ. Η οποία δεν εξέδωκε επίσημο έγγραφο άρσεως της αναγνωρίσεως, όπως έκαμε π.χ. ο Βασιλιάς της Ιορδανίας, το 2005. Τούτο σημαίνει ότι θα έδει από πλευράς Αγιοταφικής Αδελφότητος δια της Συνόδου να επιδιωχθεί η νόμιμη, δι’ επισήμου Διατάγματος, άρση της αναγνωρίσεως. Επεβάλλετο αναμονή και προσμονή και επιχειρηματολογία προς την ισραηλινή Κυβέρνηση να πάρει θέση και όχι, μετά από λίγο χρονικό διάστημα, να παρακαμφθεί, για να βρισκόμαστε σήμερα απροβλέπτως σ’ αυτόν τον διαπραγματευτικό πυρετό του δούναι και λαβείν και κυρίως του δούναι για το λαβείν. Πολύ περισσότερο, διότι οι άλλες δύο Κυβερνήσεις προέβησαν τάχιστα σε πράξεις άρσεως της αναγνωρίσεως Ειρηναίου, κατόπιν, βέβαια, διπλωματικών και πολιτικών πιέσεων από την Αθήνα, στην βάση ανταλλαγμάτων, ένα κακό προηγούμενο που δεν θα μπορούσε να απεμπολήσει το Ισραήλ για τα συμφέροντά του. Μη υπαρξάσης, λοιπόν, πολιτειακής άρσεως της αναγνωρίσεως του Πατριάρχου Ειρηναίου από το τρίτο μέρος των συμβαλλομένων επιτοπίων μερών, κάθε περαιτέρω ενέργεια για εκλογή εν βία νέου Πατριάρχου είναι και παράνομη και αντικανονική. Πάσχει στην βάση της όλη η διαδικασία πατριαρχικής εκλογής στο κεφάλαιο της πολιτειακής αναγνωρίσεως. Ο Πατριάρχης, ως θεσμός υπερέχων θρησκευτικός, αναγνωρίζεται με το ανάλογο κύρος από το οικείο Κράτος και είναι όχι μόνο κατά την εκκλησιαστική αλλά και την έννομη τάξη ισόβιος. Δεν είναι, λοιπόν, απλή υπόθεση και διαδικασία να προχωρήσει το υπεύθυνο όργανο, εν προκειμένη η Σύνοδος του Πατριαρχείου, στην πράξη αντικαταστάσεως, εάν προηγουμένως δεν γίνει η άρση της αναγνωρίσεως από έναν άλλο κάτοχο του τίτλου και της τιμής του Πατριάρχου, πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για την Πολιτεία.
(2) Η άρση της αναγνωρίσεως από την Πολιτεία συνεπάγεται και μια δεύτερη πράξη, την κήρυξη σε χηρεία, νόμιμη και κανονική, του Θρόνου, διά της αναγνωρίσεως Τοποτηρητού. Ούτε και τούτο συντελέσθηκε, κατ’ ακολουθία του πρώτου. Έφθανε για την Αγιοταφική Αδελφότητα η συγκατάθεση προς τούτο της Ιορδανίας και Παλαιστινιακής Αρχής.

β. Στο ζήτημα της νομιμότητος του Τοποτηρητού, μετά την υποτιθέμενη χηρεία του Πατριαρχικού Θρόνου.

(1) Ο ορισθείς ως Τοποτηρητής (πρόκειται για τον μητροπολίτη Πέτρας, συνυποψήφιο και αποτυχόντα δις για τον Πατριαρχικό Θρόνο επί Ειρηναίου και τώρα επί Θεοφίλου) ζήτησε δι’ εγγράφου την αναγνώρισή του ως Τοποτηρητού από το Ισραήλ. Η Πολιτεία ουδεμία έδωκε συνέχεια στο υποβληθέν έγγραφο, ως άνευ αντικειμένου, αφού δεν είχε προβεί σε κάποια άρση της αναγνωρίσεως του Πατριάρχη Ειρηναίου, για να διαπιστώσει κενό εξουσίας πατριαρχικής και να εγκρίνει Τοποτηρητή για διενέργεια πατριαρχικής εκλογής, αφού αυτός κυρίως και μόνο είναι ο ρόλος του Τοποτηρητού και ουδέν πλέον.
(2) Αντί να αναμένεται η ζητηθείσα απάντηση για άσκηση των καθηκόντων τοποτηρητείας, ο μητροπολίτης Πέτρας άρχισε και συνέχιζε να ασκεί καθήκοντα Τοποτηρητού. Και το ερώτημα. Γιατί ζήτησε έγκριση πολιτειακή για να είναι Τοποτηρητής, χωρίς να αναμένει προς τούτο απάντηση, έστω και αργοπορημένη; Απλούστατα, διότι η ουσιαστική πρόθεση ήταν να εξασκήσει, ούτως ή άλλως, τα καθήκοντα Τοποτηρητού, λάμβανε ή δεν λάμβανε απάντηση, πεπεισμένος, προφανώς, ότι θα έπρεπε να αναμένει αρνητική απάντηση, και αυτή μετά μακρά χρονική περίοδο. Υπάρχουν παρόμοια προηγούμενα. Τώρα, όμως, έπρεπε να τολμήσει, στην αρχή, με τη βοήθεια των Αθηνών (ο τολμών νικά).

γ) Στο ζήτημα της αποστολής προς έγκριση του Καταλόγου Εκλογίμων στην Κυβέρνηση του Ισραήλ.

(1) Ο Κατάλογος  Εκλογίμων αποστέλλεται κατά νόμο στην Κυβέρνηση του Ισραήλ προς έγκριση και επιστροφή του με τις σχετικές ή όχι παρατηρήσεις. Η ιδία πρακτική ακολουθήθηκε και επί της εκλογής Ειρηναίου. Και εν τούτοις, προχώρησε η εκλογική διαδικασία, από την οποία αναδείχθηκε Πατριάρχης ο Θεόφιλος, χωρίς την επιστροφή του Καταλόγου από την Κυβέρνηση, ένα γερό κρατούμενο στο εξής στα χέρια της Κυβερνήσεως του Ισραήλ.
(2) Και τούτο συντελέσθηκε, παρά τις αντιδράσεις μελών της Συνόδου εκλογής Πατριάρχου, κατά την ώρα της εκλογικής διαδικασίας, ότι θα έπασχε ή όλη εκλογική διαδικασία χωρίς την επιστροφή του Καταλόγου. Κατά την επικρατήσασα νομική θέση δικηγόρου εξ Αθηνών, παρόντος στην εκλογική διαδικασία, όλως αντικανονικώς και παρατύπως, έφθανε η επιστροφή εγκεκριμένου του Καταλόγου από τις δύο άλλες Κυβερνήσεις της Ιορδανίας και της Παλαιστινικής Αρχής, κυρίως της πρώτης, η οποία και πάλι επιτεύχθηκε με την έντονη διπλωματική ανάμιξη των Αθηνών, και η αποστολή δικηγόρου στα Ιεροσόλυμα κατά την εκλογική διαδικασία Πατριάρχου ήταν δικό της έργο. Η ελληνική πλευρά είχε εσφαλμένως τη γνώμη ότι η σύμπραξη του Ισραήλ δεν ήτο αναγκαία εκ προοιμίου, αγωνιζομένη, όμως, μέχρι τώρα να την επιτύχει, αλλά συρόμενη ανεπίτρεπτα σε επαχθή ανταλλάγματα.

δ. Στο ζήτημα της ενθρονίσεως, μετά την εκλογική διαδικασία.

(1) Δεδομένου ότι η εκλογική διαδικασία, αυτή κάθ’ εαυτήν, είναι εσωτερική εκκλησιαστική και κανονική μόνο υπόθεση, που καμία ανάμειξη δεν επιτρέπεται από κοσμική εξουσία, όμως, κατά την ιεροτελεστία ενθρονίσεως, παρίσταται εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως. Στην πράξη ενθρονίσεως του Θεοφίλου ουδείς εκπρόσωπος της Ισραηλινής Κυβερνήσεως παρέστη, αφού δεν τηρήθηκαν τα νόμιμα έναντι της Πολιτείας του Ισραήλ, η οποία τελεί σε γνώση όλων αυτών για ανάλογη αξιοποίηση στα σημεία που αυτό ενδιαφέρεται
(2) Δεδομένων και μεμαρτυρημένων όλων των ανωτέρω, ο Αρχιεπίσκοπος Θαβωρείου εκλεγείς, ον τρόπον εξελέγη, Πατριάρχης, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, για να ζητήσει απ’ αυτό την αναγνώριση, διαμαρτυρόμενος, μάλιστα, για την, πέρα του ευλόγου χρόνου αναμονής, απραξία προς τούτο της Κυβερνήσεως. Το Δικαστήριο αυτό, μετά από πολλές αναβολές, καλείτο εκ νέου στις 26 Δεκεμβρίου 2007 να οριστικοποιήσει την απόφασή του. Εν τω μεταξύ, η Κυβέρνηση όρισε από τον Μάρτιο του 2005 διυπουργική Επιτροπή να ασχοληθεί με το ζήτημα, καταλήξασα εις εισήγηση στην Κυβέρνηση περί αναγνωρίσεως Θεοφίλου με επαχθή, όμως, ανταλλάγματα στο καίριο ζήτημα των αγοραπωλησιών, εκκρεμών και νέων.

ε) Γενικό Συμπέρασμα επί του ζητήματος της εννόμου αναγνωρίσεως Πατριάρχου.

(1) Επομένως, επί τη βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων, όλων ανεξαιρέτως αποδεδειγμένων και γνωστών στην Κυβέρνηση του Ισραήλ, ο Ειρηναίος για το Κράτος του Ισραήλ είναι σήμερα εισέτι ο μόνος νόμιμος Πατριάρχης Ιεροσολύμων στην Επικράτεια του Ισραήλ και δικαιούται, ως ισότιμος και νομοταγής πολίτης, να τυγχάνει της προστασίας και των αναλόγων τιμών από το Κράτος, μέχρις ότου αυτό αποφασίσει οριστικά.
(2) Η πολιτειακή πράξη της αναγνωρίσεως, που διήκει απ’ αρχής της όλης διαδικασίας εκλογής (νόμιμη χηρεία κατόπιν θανάτου ή παραιτήσεως ή άρσεως της αναγνωρίσεως, όπως  εν προκειμένω, έγκριση τοποτηρητού, έγκριση καταλόγου εκλογίμων και εκπροσώπηση επισήμως της Κυβερνήσεως στην τελετή ενθρονίσεως) συντρέχει απολύτως με την περίπτωση Ειρηναίου. Ο Θεόφιλος, Αρχιεπίσκοπος Θαβωρείου, έκαμε εισπήδηση στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, χωρίς να τηρήσει με ευλάβεια και σεβασμό τους όρους της Πολιτείας στο κεφάλαιο της αναγνωρίσεως, καθ’ όλην την διαδικασία εκλογής νέου Πατριάρχου. Κατεστάθη στο Ισραήλ Πατριάρχης, παρά τον κείμενο και ισχύοντα νόμο του Ισραήλ περί πατριαρχικής εκλογής, καίτοι ο ίδιος στην διυπουργική επιτροπή ερωτηθείς, ποιος νόμος ισχύει για το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, απήντησε στην αρχή ότι η Ιερουσαλήμ υπό ειδικό διεθνές καθεστώς για να το διορθώσει στην συνέχεια μετά από επίμονη νέα ερώτηση, ότι το Πατριαρχείο κινείται με βάση το νόμο του Κράτους του Ισραήλ. Έτσι εξηγείται ότι στις επίσημες εκδηλώσεις της Κυβερνήσεως και της εν γένει Πολιτείας καλείται ως νόμιμος και κανονικός Πατριάρχης ο Ειρηναίος (άχρι του νυν).

Η κατά την κανονική τάξη και τις εκκλησιαστικές παραδόσεις θεώρηση του Ιεροσολυμητικού Πατριαρχικού Ζητήματος, του 2005 κ.ε.

α) Το ζήτημα αυτό δεν αφορά άμεσα στην Πολιτεία, στην κοσμική εξουσία. Είναι, ως προελέχθη, εσωτερικό ζήτημα των κατά Τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, εν συνόλω σήμερα 14. Οι έδρες τους είναι κατά ιεραρχική σειρά οι εξής: Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια (σήμερα εδρεύει στη Δαμασκό), Ιεροσόλυμα, Μόσχα, Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Σόφια, Τιφλίδα, Λευκωσία, Αθήνα, Βαρσοβία, Τίρανα, Πράγα).
β) Όμως ενδιαφέρει έμμεσα και την εκασταχού Πολιτεία, να γίνονται όλα σωστά, επί τη βάσει και των εσωτερικών κανόνων και εκκλησιαστικών διατάξεων, σε κάθε κατά Τόπους Εκκλησία προς αποφυγή ερίδων, εν προκειμένω δε κυρίως στα 4 πρώτα Πατριαρχεία της Ανατολής, τα Πρεσβυγενή λεγόμενα, που είναι: Kωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Δαμασκός, Ιεροσόλυμα.
γ) Είναι λογικό, εύλογο και δίκαιο, λοιπόν, να γνωρίζει η Κυβέρνηση του Ισραήλ, του οποίου το νόμιμο δικαίωμα (η διαδικασία αναγνωρίσεως Πατριάρχου) καταπατήθηκε κατά συρροή στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων με την προβληματική περίπτωση εκλογής Θεοφίλου, εάν και κατά πόσο έγιναν τουλάχιστο σωστά όλα όσα προβλέπουν τον κανονικό τρόπο πατριαρχικής εκλογής, βάσει του εσωτερικού εκκλησιαστικού δικαίου, της κανονικής τάξεως. Δυστυχώς, τα πράγματα εδώ εξελίχθηκαν χειρότερα, γιατί όλα έγιναν με φατριαστικό ή συνωμοτικό τρόπο επί τόπου και με πολιτικούς όρους, και μάλιστα εν βία, στο Πανορθόδοξο Σύστημα διοικήσεως. Και να οι αποδείξεις.

(1) Επί  τόπου στα Ιεροσόλυμα, κατά την πρώτη φάση συμπήξεως φατρίας εις βάρος του Πατριάρχου Ειρηναίου.

(α) Το κύριο χαρακτηριστικό των εσωτερικών, εντός της Αγιοταφικής Αδελφότητος, διεργασιών ήταν η εκτός της Ιεράς Συνόδου συσπείρωση μελών της Συνόδου εις βάρος του Προέδρου της Συνόδου, που είναι ο Πατριάρχης.
(β) Κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες, που είναι αυστηρότατοι στο σημείο αυτό, το μόνο όργανο, που δικαιούται και υποχρεούται να επιλαμβάνεται εσωτερικών προβλημάτων και δη ερίδων και παντοίων κατηγοριών εναντίον του Πατριάρχου ή και άλλων μελών της Συνόδου και της Αγιοταφικής Αδελφότητος, είναι η 18 μελής Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
(γ) Ο Πατριάρχης Ειρηναίος συνεκάλει νόμιμα και κανονικά Συνόδους, μόλις ξέσπασε η κρίση (τέλη 2004 – αρχές 2005) για εξέταση της καταστάσεως, αλλά οι συσπειρωμένοι, εν τω μεταξύ, αρχιερείς, μέλη της Συνόδου, δεν προσείρχοντο σ’ αυτές. Οι προσερχόμενοι κατηγορούσαν κανονικά στην Σύνοδο τους μη προσερχομένους στην Σύνοδο ως φατριαστές και σχίστες και ανυπακόους. Εν τούτοις, και κάποιοι από τους προσερχομένους στην Σύνοδο, αυτομολύσαντες, εν τω μεταξύ, στους αντιπάλους του Πατριάρχου για προσωπικούς κυρίως λόγους συμφέροντος, καθίσταντο και αυτοί μέρος αυτού, που κατηγορούσαν, όταν παρίσταντο στην Σύνοδο, δηλ. μέρος φατρίας και σχίσματος. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος Θαβωρείου Θεόφιλος.

(2). Επί πανορθοδόξου επιπέδου στην Κωνσταντινούπολη.

(α) Εν όψει αυτής της ανωμάλου καταστάσεως στο εσωτερικό του Πατριαρχείου, η μόνη κανονική εκκλησιαστική διέξοδος ήταν η σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, που και έγινε, με πολλές αντικανονικές πάλι παρατυπίες, στην Κπολη, υπό την προεδρεία του Οικουμενικού Πατριάρχου, που εδρεύει από της Ιδρύσεως της Κωνσταντινουπόλεως στην Πόλη αυτή.
(β) Δυστυχώς, ούτε η Πανορθόδοξος Σύνοδος έδωσε λύση στην βάση της ειρηνεύσεως και του συμβιβασμού, που ήθελαν εκπρόσωποι τοπικών Εκκλησιών και ο Πατριάρχης Ειρηναίος ορθώς, κατά τους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά αρνούνταν οι αντίπαλοί του, που είχαν, εν τω μεταξύ, αποκτήσει πλειοψηφία, που συγκροτήθηκε όμως σιγά σιγά μέσω φατρίας και όχι εντός της Συνόδου και με την συμπαράσταση της Κυβερνήσεως της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κπόλεως. Ήταν πλειοψηφία, γέννημα, όμως, φατρίας και συνομωσίας, και όχι συνοδικής διεργασίας, υπό την αυτονόητη προεδρεία του Πατριάρχου, τον οποίον, όμως, συνοδικώς μπορούσαν να εγκαλέσουν τα μέλη της Συνόδου. Στη Σύνοδο, όμως, οι πάντες τηρούσαν σιγήν ιχθύος, ενώ εκεί έπρεπε να ορθώσουν το ανάστημά των.
(γ) Για διαφόρους λόγους, ξένους προς τα εκκλησιαστικά και κανονικά δέοντα γενέσθαι, η Πανορθόδοξος απέτυχε στην αποστολή της, αφού μετέθεσε και πάλι το πρόβλημα για λύση του στην Τοπική Εκκλησία Ιεροσολύμων, αλλά ανέθεσε στην πλειοψηφία των αντιπολιτευομένων τον Πατριάρχη, που εξωνόμασε Σύνοδο (χωρίς βέβαια Πατριάρχη και Πρόεδρο Συνόδου), να προχωρήσει κατά τους κανόνες στα περαιτέρω για Δικαστήριο εις βάρος του Πατριάρχου, θέσασα αυτόν, Πατριάρχη όντα και Πρόεδρο Συνόδου, σε ακοινωνησία, δηλ. σε διακοπή των πνευματικών σχέσεων του Πανορθοδόξου Συστήματος με αυτόν. Η τελευταία πράξη κατέστησε την πλειοψηφία της Συνόδου Ιεροσολύμων «κανονική», καίτοι από φατρίας προκύψασα, κατά τα ανωτέρω.
(δ) Το αιτιολογικό της στάσεως της Πανορθοδόξου Συνόδου Κπόλεως (Μάϊος 2005) έναντι του προσώπου του Πατριάρχου Ειρηναίου υπήρξε άδικο, ακατανόητο ως αντιφατικό και προκύψαν δια ψηφοφορίας, που δεν απέδωσε σαφή πλειοψηφία. Του ζήτησε η Πανορθόδοξος Σύνοδος την υποβολή της παραιτήσεως ως πράξη θυσιαστική, χωρίς να γίνει εκεί η από τους κανόνες της Εκκλησίας προβλεπόμενη δίκη για Πατριάρχη, όπως σαφώς επιτάσσουν οι κανόνες της Εκκλησίας, ώστε να υποστεί κανονικώς τη θυσία. Επειδή στην Κπολη δεν προσκομίσθησαν, διότι δεν υπήρχαν, συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Πατριάρχου Ειρηναίου ότι πώλησε έδαφος πατριαρχικό στην παλαιά Ιερουσαλήμ (πύλη Γιάφας) και εισέπραξε ο ίδιος προς ίδιο όφελος ποσά από τις πωλήσεις ή διαπραγματεύσεις αυτές (αυτό ήτο το δημοσιογραφικό και πολιτικό κατηγορητήριο), η Πανορθόδοξος δήλωσε στο επίσημο ανακοινωθέν της ότι δεν συνήλθε ως δικαστήριο. Παρά ταύτα, η απόφαση ήταν καταδικαστική για τον Πατριάρχη, αφού τάχθηκε με τους αντιπάλους του και τον έθεσε σε ακοινωνησία. Στην ουσία η Πανορθόδοξος Σύνοδος λειτούργησε, εκ του αποτελέσματός της, ως δικαστήριο αλλά απέφυγε να δηλώσει ότι μετατράπηκε σε δικαστήριο, υποδηλώνουσα έτσι έμμεσα ότι ήταν όντως Δικαστήριο, πλην αντικανονικό, με τις μεθοδεύσεις που ακολουθήθηκαν. Γιατί μια δικαστική διαδικασία, εις βάρος Πατριάρχου μάλιστα, τίθεται επί άλλων βάσεων. Εδώ το ζητούμενο ήταν να πεισθεί ο Πατριάρχης Ειρηναίος να υποβάλει παραίτηση για να λυθεί έτσι εύκολα το ζήτημα. Ήταν όρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως η λύση της παραιτήσεως. Αλλ’ ο Πατριάρχης Ειρηναίος στην Πανορθόδοξη Σύνοδο απέρριψε τις σε βάρος του κατηγορίες. Προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, που αποδείκνυαν ότι έκαμνε το αντίθετο: Αντί να πωλάει περιουσία την επαύξησε με νέες αγορές ακινήτων υπέρ του Πατριαρχείου ή την κατοχύρωνε από καταπατητές και οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν αγοραπωλησίες δεν έγιναν, αφού δεν πέρασαν από την Σύνοδο. Και όντως αποδεικνύεται ότι είναι ημιτελείς οι αγοραπωλησίες αυτές, λόγω του διαβοήτου Παπαδήμα, που καλείται ο Θεόφιλος να ολοκληρώσει, αν θέλει την αναγνώριση από το Ισραήλ, όπως φαίνεται από την ακρόασή του με τους πληρεξουσίους δύο δικηγόρους του ενώπιον της Διυπουργικής Επιτροπής, κατ’ Ιούλιο του 2007.
(ε) Επειδή όμως η απόφαση ήταν ήδη δεδομένη στα παρασκήνια πριν την σύγκληση της Συνόδου, τα επιχειρήματα Ειρηναίου ήσαν εις ώτα μη ακουόντων. Όμως το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας απέβη σημαδιακό. Επί συνόλου 14 μελών του Πανορθοδόξου Συστήματος, μόνο οι 7, συμπεριλαμβανομένης και της ψήφου του Προέδρου, δηλαδή μόνο οι μισοί, ζήτησαν την παραίτηση Ειρηναίου, χωρίς δίκη (Κπόλεως, Αλεξανδρείας, Μόσχας, Αθήνας, Τιράνων, Βουκουρεστίου, Λευκωσίας). Από τους άλλους 7, τρεις δεν προσήλθαν στην Σύνοδο (Βελιγραδίου, Σόφιας, Πράγας), ενώ οι υπόλοιποι 4, συμπεριλαμβανομένου και του Ειρηναίου, απέσχαν ή ζήτησαν συμβιβασμό (Δαμασκού, Τιφλίδος, Ιεροσολύμων και Βαρσοβίας). Το αποτέλεσμα παρεστάθη ως πλειοψηφία, ενώ ήταν ισοψηφία. Η ψήφος του Πατριάρχου Ιεροσολύμων δεν μετρούσε για τους εκδόσαντες το επίσημο Ανακοινωθέν. Κακώς, κάκιστα. Κατά τα άλλα, δεν υπήρξε Δικαστήριο.

(3). Επί τόπου στα Ιεροσόλυμα, το δεύτερον.

(α) Επιστρέψαντες όλοι στα Ιεροσόλυμα, Πατριάρχης και Σύνοδος, και άπασα η Αγιοταφική κουστωδία, συνέβαλαν όλοι στο βάθεμα του σχίσματος και του χάσματος, πρώτιστα οι πήξαντες φατρία, κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες, όπως απέδειξαν δύο ειδικοί καθηγητές, που κλήθηκαν να γνωματεύσουν σχετικά, η συνομωσία, κατά τους κοσμικούς ορισμούς της φατρίας.
(β) Οι αντίπαλοι του Πατριάρχου συγκροτούν 12 μελές Δικαστήριο. Η σύνθεσή του όμως ήταν παράτυπη, παράνομη και αντιεκκλησιαστική για δύο λόγους, έναν ουσιαστικό, νομίμου συνθέσεως, και άλλο ηθικό.
Πρώτον, απεκλείσθησαν της μετοχής του Δικαστηρίου μητροπολίτες με ποίμνιο, που ex officio μετέχουν, εκ των κανονισμών και των νόμων, στην σύνθεση. Π.χ. απεκλείσθη ο μητροπολίτης Ναζαρέτ, με το περισσότερο ποίμνιο στην επαρχία του, επειδή προφορικά και γραπτά δήλωσε πίστη και αφωσίωση στον Πατριάρχη του. Και μόνη η ενέργεια αυτή αποκλεισμού από την σύνθεση του δικαστηρίου δείχνει ότι πρόκειτο περί δικαστηρίου φατριαστών και παρανόμων, πάσχοντος λόγω κακής συνθέσεως.
Και δεύτερον, γιατί προήδρευε του Δικαστηρίου ο κυριώτερος  συνδιεκδικητής του Πατριαρχικού Θρόνου με τον Ειρηναίο μητροπολίτης Πέτρας, αποτυχών όμως, εκλεγέντος κανονικώς και νομίμως του Ειρηναίου αντ’ αυτού. Με τι ηθικό και αντικειμενικό κύρος θα μπορούσε αυτός να αποδώσει δικαιοσύνη, και δη εκκλησιαστική, προεδρεύων μάλιστα και όχι έστω απλά παρεδρεύων; Είναι αυτός, ο εν συνεχεία, μετά την καταδίκη Ειρηναίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις απρεπείς κανονικά και ηθικά, ορισθείς Τοποτηρητής, που ζητούσε από την Κυβέρνηση του Ισραήλ αναγνώριση ως Τοποτηρητή. Σ’ένα τέτοιο παρωδίας Δικαστήριο, φυσικά, δεν προσήλθε ο Ειρηναίος, κληθείς να παρουσιαστεί.
(γ) Κι εδώ το κρίσιμο ζήτημα για την Κυβέρνηση του Ισραήλ. Πως θα μπορούσε να νομιμοποιήσει έναν τέτοιον Τοποτηρητή; Δεν το έπραξε, ορθότατα, γιατί, αν το έπραττε, θα έπρεπε να εγκρίνει και να αποδεχθεί όλες τις προεκτεθείσες, ανώμαλες και αφιλάνθρωπες στοιχειωδώς με τον τρόπο που διεξήχθησαν, θρησκευτικές και εκκλησιαστικές ενέργειες ενός εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, εκ συνθέσεως και ηθικής παρανόμου και ανηθίκου. Στην συνέχεια του παρανόμου και αντικανονικού Δικαστηρίου, θα έπρεπε το Ισραήλ να συμφωνήσει και για τα μετά το Δικαστήριο ακολουθήσαντα περί εκλογής, ενθρονίσεως και αναγνωρίσεως νέου Πατριάρχου. Η Κυβέρνηση προτίμησε στάση αναμονής προς επιτυχία των δικών της σκοπών.

4) Η διέξοδος στο νομικό και θρησκευτικό αδιέξοδο για το Ισραήλ.

α) Το Ισραήλ στο δημιουργηθέν και αναλυθέν ανωτέρω Πατριαρχικό Ιεροσολυμητικό Ζήτημα μέχρι τώρα, επί τρία σχεδόν χρόνια, σταθερά στηρίζει και διαφυλάσσει την νομιμότητα στην ίδια του την Επικράτεια στο πρόσωπο του Πατριάρχου Ειρηναίου. Δια της στάσεώς του αυτής σέβεται και στηρίζει εμμέσως και την εκκλησιαστική και θρησκευτική τάξη έναντι εκείνων των ανθρώπων και θεσμών, που εφατρίασαν εναντίον του Πατριάρχου, για να τον ωθήσουν σε παραίτηση για λόγους ξένους προς τους από τους νόμους προβλεπόμενους (δύο είναι οι λόγοι, που δικαιολογούν παραίτηση Πατριάρχου, κατά το νόμο της Ιορδανίας, του 1958 (πρώτον, απιστίας στις χριστιανικές ορθόδοξες αλήθειες και δεύτερον, σωματικής ή ψυχικής ασθενείας) και δη οικονομικής φύσεως, για τους οποίους κατ’ εξοχήν και οι αντιπολιτευόμενοι τώρα τούτον έχουν ευθύνην, εμπλεκόμενοι επί χρόνια εις αυτούς, περισσότερο και από τον Πατριάρχη, γιατί ο ίδιος επί 20 και πλέον χρόνια ζούσα στην Αθήνα, ως Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Ελλάδα, ξένος προς τα ιδιοκτησιακά και οικονομικά τεκταινόμενα στην έδρα του Πατριαρχείου.
β) Δύο επιλογές λύσεως κείνται ενώπιον της Κυβερνήσεως του Ισραήλ ως προς το Πατριαρχικό Ιεροσολυμιτικό Ζήτημα.
(1) Η επίσημη διακήρυξη σεβασμού από πάντες στο Ισραήλ πολίτες της εννόμου του Κράτους τάξεως σ’ όλα τα επίπεδα και σ’ όλους τους θεσμούς πολιτικούς και θρησκευτικούς. Εάν για τον Πατριάρχη Ειρηναίο, νομίμως και κανονικώς εκλεγέντα και κατασταθέντα Πατριάρχη, δεν υφίστανται κατηγορίες και αποδείξεις ισχυρές που να θίγουν την έννομη τάξη του Κράτους, τότε η Πολιτεία πρέπει να διακηρύξει επισήμως προς πάσα κατεύθυνση ότι δεν μπορεί άλλως να πράξει παρά να συνεχίσει αναγνωρίζουσα τούτον ως Πατριάρχη του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Μια τέτοια σαφής και επίσημος πολιτειακή πράξη θα συνέβαλλε στην αλλαγή του κλίματος εντός της Αγιοταφικής Αδελφότητος και στην προσεκτικότερη προσέγγιση του ζητήματος από την Ελληνική Κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση ο Θεόφιλος θα συνέχιζε, ενδεχομένως, υπάρχων ως πρώην Πατριάρχης.
(2) Σε περίπτωση, που η επίκληση σεβασμού της εννόμου τάξεως θα είχε μεγάλο κόστος και  θα του προσέδιδε βάρος δυσβάσταχτο για λόγους που η Κυβέρνηση θα στάθμιζε προς διαφύλαξη των δικών της συμφερόντων, τότε θα έπρεπε να λειτουργήσει η αρχή, πέραν του νόμου, της πολιτικής βουλήσεως, βάσει της οποίας, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος του Ισραήλ θα αναγνώριζε τον Θεόφιλο, Αρχιεπίσκοπο Θαβωρείου, ως Πατριάρχη, a posteriori, με όρους, φυσικά όπως έκαναν και τα άλλα δύο μέρη με τη διαμεσολάβηση, μάλιστα, του ΥΠΕΞ της Ελλάδος, ένας εκ των οποίων, πολύ βασικός εις σεβασμό της εννόμου και της γενικωτέρας ηθικής τάξεως, θα ήταν η ρύθμιση και του μέλλοντος του Πατριάρχου Ειρηναίου, ως πρώην Πατριάρχου, με όλες τις από το νόμο και τις αποφάσεις της Κυβερνήσεως προϋποθέσεις ασφαλούς διαβιώσεως, τόπου και τρόπου διαβιώσεως προς εξάσκηση των προσωπικών εκκλησιαστικών αναγκών και καθηκόντων, εντός του Ισραήλ, και αναλόγου κρατικού και κοινωνικού κύρους και τιμής. Το δεύτερο αυτό εξαρτάται και από την συγκατάθεση του ιδίου να δεχθεί να υποβάλει παραίτηση. Κάτι παρεμφερές του αντιπρότεινε η Ελληνική Κυβέρνηση μέσω υπεροχικών εκκλησιαστικών προσώπων κατά την Πανορθόδοξο Σύνοδο της Κπόλεως αλλά το απέρριψε, διότι ουδέν έγκλημα διέπραξε, που να τον ανάγκαζε συνειδησιακά να προχωρήσει στην πράξη της παραιτήσεως. Πολύ περισσότερο ο λόγος των αγοραπωλησιών, γιατί τίποτε δεν ενέκρινε στη Σύνοδο, που τώρα ομολογεί ότι θα συνεχίσει ο Θεόφιλος να ολοκληρώσει για να πάρει την αναγνώριση. Θα προτιμούσε να μείνει παντελώς μόνος, παρά να προχωρήσει στην πράξη αυτή της παραιτήσεως για λόγους αρχής, όπως δήλωσε τότε.

5. Η δική μας θέση ως εκκλησιαστικού ιστορικού στο ίδιο Ζήτημα.

α) Ο θεσμός του Πατριάρχου στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το ύψιστο διοικητικό υπούργημα, με το οποίο συναρτάται η ισοβιότητα κατά τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, που αποδέχονται και τα οικεία Κράτη, καλώς εχόντων των πραγμάτων. Ιδίως οι Πατριάρχες των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής (Κπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια με έδρα τώρα την Δαμασκό, Ιεροσόλυμα) διαθέτουν ύψιστο θρησκευτικό κύρος, λόγω του ότι ο θεσμός αυτός των Πρεσβυγενών Πατριαρχών επικυρώθηκε από Οικουμενικές Συνόδους της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, των 7 πρώτων αιώνων μ.Χ. Όταν, λοιπόν, τίθεται θέμα εκθρονίσεως ενός τέτοιου, θρησκευτικού, διοικητικού και ιστορικού κύρους, Πατριάρχου, οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να είναι νομικά και κανονικά απολύτως άψογες. Στην προκειμένη περίπτωση – αποδείξαμε – τόσο η διαδικασία εκθρονίσεως του Πατριάρχου Ειρηναίου, όσο και η όμοια ενθρονίσεως ενός άλλου Πατριάρχου, του Θεοφίλου, πάσχουν ουσιωδώς. Το αναλογούν μερίδιο ευθύνης και συμμετοχής του Κράτους του Ισραήλ στο Ζήτημα της αλλαξοπατριαρχείας Ιεροσολύμων είναι ότι το Ισραήλ δια της Κυβερνήσεώς του έχει δικαίωμα και ευθύνη στην πράξη άρσεως ή μη άρσεως αφ’ ενός της αναγνωρίσεως του Πατριάρχου Ειρηναίου και στην πράξη αναγνωρίσεως ή μη αφ’ ετέρου του άλλου, του Αρχιεπισκόπου Θαβωρείου Θεοφίλου. Η Κυβέρνηση του Ισραήλ επί τρία σχεδόν τώρα χρόνια ουδέν από τα δύο έπραξε. Ούτε στην άρση της πατριαρχικής τιμής από τον Ειρηναίο προέβη, αλλ’ ούτε και στην αναγνώριση της πατριαρχικής τιμής προς Θεόφιλο προχώρησε, πιεζομένη εντούτοις η Κυβέρνηση του Ισραήλ από την εξωτερική πολιτική της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία και κατέστη μέρος του προβλήματος, με τις βεβιασμένες διπλωματικές δράσεις τόσο στο εσωτερικό της Αγιοταφικής Αδελφότητος όσο και έναντι των αρμοδίων επιτοπίων τριών Κυβερνήσεων. Αυτή είναι σήμερα η κατάσταση, κατ’ έννομον ακρίβεια. Γι’ αυτό και πιέζεται η Κυβέρνηση του Ισραήλ να κάμει την πράξη αναγνωρίσεως Θεοφίλου, διότι άλλως είναι μετέωρος αυτός στην Επικράτεια του Ισραήλ, και ευρύτερα, όμως υφίσταται και το ζήτημα Ειρηναίου, όχι μόνο για το Ισραήλ αλλά και για την Ελλάδα και για το Πανορθόδοξο Σύστημα, αφού υπήρξε, ούτως ή άλλως σε κάποια φάση αδιαφιλονικήτως κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων.
β) Όμως στην ιστορία της Εκκλησίας, και δη στην ιστορία των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής, έχουμε τα εξής τέσσερα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Πρώτον, Αρχιεπίσκοποι ή Πατριάρχες αμφισβητούμενοι, άσχετα από την προσγιγνομένη προς αυτούς κατάφορη αδικία, παραιτούνται για λόγους συνειδήσεως και ευαισθησίας και εφησυχάζουν. Π.χ. αναφερόμαστε στην κλασική περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Κπόλεως Αγίου της Εκκλησίας Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μεγάλου (4ος αι. μ.Χ.), ο οποίος αμφισβητηθείς υπέβαλε την παραίτησή του και ανεχώρησε.
Δεύτερον παράδειγμα. Αρχιεπίσκοποι ή Πατριάρχες, αμφισβητούμε-νοι από την πολιτική εξουσία και το σώμα της Ιεραρχίας, των συνεπισκόπων, δηλαδή, αρνούνται να παραιτηθούν, επικαλούμενοι την βασική δογματική και εκκλησιαστική αρχή ότι εξελέγησαν και κατεστάθησαν με την Χάρη του Θεού, που την επικαλούνται οι εκλέκτορες, κατά την ώρα της εκλογικής διαδικασίας. Π.χ. αναφερόμαστε στον μεγάλο Άγιο της Χριστιανικής Εκκλησίας Ιερό Χρυσόστομο, Αρχιεπίσκοπο Κπόλεως. Η βασιλική εξουσία, το παλάτι της Κπόλεως, και η πλειοψηφία των επισκόπων ζητούσαν επισήμως και επιμόνως την παραίτησή του για να απαλλαγούν απ’ αυτόν, γιατί καυτηρίαζε την κακή συμπεριφορά πολιτικής και επισκοπικής εξουσίας. Μη παραιτηθείς ακολούθησε τον δρόμο της εξορίας και των παντοίων ταλαιπωριών, ευχαριστώντας και δοξάζοντας πάντοτε τον Θεό για ό,τι κακό και άδικο του συνέβαινε.
Τρίτον παράδειγμα. Έχουμε περιπτώσεις Πατριαρχών, της περιόδου της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, όπου δρουν τα 4 Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, οι οποίοι υποχρεώνονται από τις γενικώτερες πολιτικές εκκλησιαστικές καταστάσεις, καίτοι αδικούμενοι προσωπικά, να παραιτηθούν και μετά κάποιο χρονικό διάστημα να ανακαλούνται πάλι στον ίδιο ή άλλο πατριαρχικό θρόνο από τους ίδιους παράγοντες, που τους ώθησαν σε παραίτηση, γιατί άλλαξαν οι γενικώτερες συνθήκες προς όφελός των. Αυτό, μάλιστα, γίνεται όχι μόνο μια φορά αλλά και δύο και τρεις φορές στο ίδιο πρόσωπο.
Τέταρτο παράδειγμα. Έχουμε περιπτώσεις Πατριαρχών, και μάλιστα στο ίδιο αυτό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που πιέζονται να εγκαταλείψουν στο Πατριαρχικό Θρόνο από όλη την Αγιοταφική Αδελφότητα και από πολιτικούς παράγοντες στην Οθωμανική Επικράτεια, αυτοί όμως να ανθίστανται, να επιμένουν και να αποδεικνύουν το δίκαιό τους και η πολιτική εξουσία, που τους είχε αναγνωρίσει και τους είχε άρει την αναγνώριση, να τάσσεται τελικά παρά το πλευρόν τους έτσι ώστε να υποχωρούν οι αντιτιθέμενοι Αγιοταφίτες, και άλλοι παράγοντες, να ζητούν συγγνώμη αμοιβαίως και να αποκαθίσταται η ηρεμία. Αυτά μας διδάσκει η Εκκλησιαστική Ιστορία.

(γ) Η δική μας θέση. Έχοντες υπόψει όλα τα ανωτέρω, ρίψαμε παλαιότερα την ιδέα, και περιγράψαμε την ιστορική πείρα, στον νυν Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ειρηναίο. Καίτοι ο ίδιος, κατά την δική μας, κατόπιν ερεύνης, πεποίθηση, είναι θύμα φατρίας ή συνομωσίας ευρύτερης, κατ’ εξοχήν αδικηθείς, στα σημεία που έχει όντως δίκαιο, εκτιμούμε ότι, εάν το Ισραήλ είναι αποφασισμένο για την άρση αναγνωρίσεώς του, διά της αναγνωρίσεως Θεοφίλου, να σκεφθεί, εν τούτοις, και την περίπτωση να διαπραγματευθεί την παραίτησή του, υπό έννοια έστω προσωρινότητος, και να εφησυχάσει, και αν στο μέλλον οι συνθήκες το επιτρέψουν, και είναι θέλημα Θεού, ημπορεί και πάλι να κληθεί να συνεχίσει το έργο του, ως εν ενεργεία και πάλι Πατριάρχης Ιεροσολύμων. Ας κρίνει και ανακρίνει αυτός εαυτόν, πράττων κατά το αγαθόν αυτού συνειδός, εν άκρα ταπεινώσει και πολλή προσευχή, και αποβλέπων στο γενικώτερο συμφέρον του Πατριαρχείου του και της Χώρας, που τον προστατεύει και εισέτι τον αναγνωρίζει στα πλαίσια της εννόμου τάξεως. Δεδομένου ότι η ελληνική πλευρά άπασα και το Πανορθόδοξο Σύστημα τον έχει αποκηρύξει, υπό τις ανωτέρω, όμως, έκννομες και αντικανονικές, αναλυθείσες καταστάσεις.
Ως εκκλησιαστικός ιστορικός, όταν ομιλούμε για «Πατριαρχείο Ιεροσολύμων», αναφερόμαστε στο ένα και μόνο ιστορικό αυθεντικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, αυτό που αποκαλείται και διεθνώς και πανορθοδόξως αναγνωρίζεται ως «Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων», γιατί τα άλλα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων είναι γεννήματα ανωμάλων καταστάσεων, μετά κυρίως τις Σταυροφορίες της Δύσεως, εναντίον της Ανατολής προς «απελευθέρωση» των Παναγίων Παγχριστιανικών και Πανορθοδόξων Προσκυνημάτων, από τον 11ον μ.Χ. κ.ε.

Για την ακρίβεια των ανωτέρω,

Αθανάσιος Α. Αγγελόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου,
της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας»
& της «Ιστορίας και του συγχρόνου βίου των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής».

Θεσσαλονίκη, 1 Δεκεμβρίου 2007