Monthly Archives: Νοέμβριος 2009

Η Συμβολή του Αρχιεπισκόπου Β. και Ν. Αμερικής Ιακώβου στα ζητήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής Μειονότητας της Τουρκίας κατά τις δεκαετίες 1960-1970

Του Νικολάου Λ. Μόττα.

(Επιστημονική Παρέμβαση από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό,  Ζάκυνθος 2009, σελ. 643-652).

Προλογική σημείωση: Πηγή των χωρίων και των επιστολών που περιλαμβάνονται στο κείμενο είναι η έκδοση Τα Άπαντα επί Πανανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εθνικών Θεμάτων (εκδόσεις University Studio Press) που περιλαμβάνει μέρος της ανέκδοτης αλληλογραφίας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ιακώβου με τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, προέδρους και πρωθυπουργούς και της Ελλάδος. Περιλαμβάνονται επιστολές από το 1959 έως το 1996, με τους: Harry Truman, Dwight Eisenhower, John F.Kennedy, Lyndon Johnson, Richard Nixon, Gerald Ford, Jimmy Carter, Ronald Reagan, George Bush Sr, Bill Clinton και με τους Γεώργιο Παπανδρέου, Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Κατά την τριακονταπενταετή θητεία του στο αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο μακαριστός Ιάκωβος είχε στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της δραστηριότητας του τα ελληνικά εθνικά ζητήματα. Από το Κυπριακό πρόβλημα και τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις μέχρι το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας και τη Βόρειο Ήπειρο, ο Αρχιεπίσκοπος ασκούσε -στο μέτρο του δυνατού- την επιρροή του στην εκάστοτε ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Ταυτόχρονα, όντας ανυποχώρητος και θερμός υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών, μεριμνούσε πάντοτε γιά τις κατα- στάσεις που αντιμετώπιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η περί αυτό ελληνο-ορθόδοξη Ομογένεια της Τουρκίας. Αυτή η ευαισθησία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου γιά το Πατριαρχείο, τους ‘Ελληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου ενισχύονταν, βέβαια, και από μία άλλη παράμετρο: το γεγονός ότι και ο ίδιος, ως τέκνο της νήσου Ίμβρου, αισθανόταν “παιδί της μειονότητας”, κάτι που προσέδιδε ένα επιπρόσθετο προσωπικό στοιχείο στην πολύπλευρη αυτή δράση του.

iakovos_nixon
Α. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960 (1959-1969)

Από το ξεκίνημα κιόλας της διακονίας του στην ηγεσία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, ο Ιάκωβος μερίμνησε να ενημερώσει την αμερικανική ηγεσία γιά το status quo κάτω από το οποίο λειτουργούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκφράζοντας έτσι την αγωνία της Ελληνικής Ομογένειας των Ηνωμένων Πολιτειών γιά τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη. Στις 9 Νοεμβρίου του 1959 (χρονιά εκλογής του), ο Ιάκωβος απέστειλε επιστολή στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Dwight Eisenhower [1], με αφορμή την επίσκεψη του δεύτερου σε Αθήνα και Άγκυρα, ζητώντας του να συμπεριλάβει στις συνομιλίες του με την τουρκική κυβέρνηση τα ζητήματα που αφορούσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Επιπροσθέτως, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να πιέσει την Τουρκία ώστε να δοθεί η απαραίτητη υποστήριξη προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι και προς αυτήν την κατεύθυνση παρότρυνε τον αμερικανό πρόεδρο να συναντηθεί προσωπικά με τον πνευματικό ηγέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το παραπάνω αποτέλεσε μόνον την αρχή. Τη δεκαετία του 1960, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος δραστηριοποιείται σε σημαντικό βαθμό προκειμένου να διασφαλιστούν -κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο- οι ελευθερίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και τα δικαιώματα της ολοένα και μειούμενης ρωμέϊκης μειονότητας της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προθέσεων του Αρχιεπισκόπου απετέλεσε άλλωστε και η σχετική επιστολή του (στις 4 Οκτωβρίου 1962) προς τον τέως πρόεδρο Harry Truman [2] στον οποίο απεστάλη -κατόπιν αιτήματος του ίδιου του τ. προέδρου- έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (State Department) αναφορικά με την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η προηγειθείσα περίοδος (ιδιαίτερα τα έτη 1955-59) αποτέλεσε διάστημα ιδιαίτερης πολιτικής έντασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, καθώς είχε προηγηθεί το πογκρόμ διώξεων κατά της ρωμέϊκης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η κατάσταση στην Κύπρο ήταν άκρως τεταμένη. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κάνει έκκληση στον τέως πρόεδρο Τρούμαν να επιδείξει ο ίδιος προσωπικό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο (που αντιμετώπιζε την ολοένα και αυξανόμενη εχθρότητα της Τουρκίας) γνωρίζοντας και μία άλλη, σημαντική, παράμετρο: ότι ο Harry Truman, όντας εν ενεργεία πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής το 1948, είχε ευνοήσει την εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι, μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής.

Παρακολουθώντας στενά τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, ο Αρχιεπίσκοπος θέτει το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης στην 17η Διενιαύσια Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Στις 4 Ιουλίου 1964, η Αρχιεπισκοπή εξέδωσε δελτίο Τύπου στο οποίο γίνεται αναλυτική αναφορά στους διωγμούς που υπέστη η μειονότητα της Τουρκίας, εκδοθέν κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως (ψήφισμα) της Συνέλευσης που έλαβε χώρα στο Ντένβερ του Κολοράντο. Αφορμή είναι οι απελάσεις 1017 ελλήνων της Πόλης, καθώς και η αυθαίρετη δήμευση -αντί ευτελούς τιμήματος- των περιουσιακών στοιχείων 12.500 ρωμιών. Το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης απεστάλη στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson (ο οποίος είχε διαδεχθεί το δολοφονημένο John F. Kennedy) και στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών U. That, καλώντας τη διεθνή κοινότητα να εξασκήσει επιρροή στους κυβερνώντες της Άγκυρας με σκοπό να σταματήσουν οι διώξεις και αδικίες που συντελούνταν.

Αυτό που γίνεται φανερό από το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης του Ντένβερ είναι η προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου να πιέσει ακόμη περισσότερο την αμερικανική ηγεσία, αυτή τη φορά με σκοπό την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των Ηνωμένων Εθνών γιά ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την προστασία των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Η θωράκιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων άλλωστε αποτέλεσε και τον “κορμό” της δράσης του Αρχιεπισκόπου σε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, ο Ιάκωβος είχε την ευκαιρία να συναντήσει και να θέσει τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας σε σημαντικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής της Ουάσινγκτον. Ένας από τους ανθρώπους-κλειδιά ήταν ο Mac George Bundy, ανώτερος πολιτικός σύμβουλος τότε του προέδρου Lyndon Johnson σto Λευκό Οίκο.
Σε σχετική επιστολή του προς τον Bundy, στις 9 Οκτωβρίου 1964, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρεται στην σύνδεση – από πλευράς της Τουρκίας – των γεγονότων στην Κύπρο με την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Δηλαδή, στην προσπάθεια της Άγκυρας να εκμεταλλευτεί εντέχνως την προβληματική πολιτική κατάσταση στην Κύπρο (π.χ. με το πρόσχημα του κινδύνου που διέτρεχαν οι τουρκοκύπριοι), ώστε να δημιουργήσει δυσμενείς συνθήκες τόσο γιά την Ομογένεια της Πόλης όσο και γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατ’ επέκτασιν. Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας, την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κατείγγειλε στην κυβέρνηση Τζονσον είχε τη μορφή “αντιποίνων” και έπαιρνε την περίοδο εκείνη ανησυχητικές διαστάσεις.

Στην επιστολή του προς τον σύμβουλο Bundy, γράφει ο Ιάκωβος (μετάφραση): Από τη στιγμή που η κρίση της Κύπρου έχει, δυστυχώς, συνδεθεί με την κατάσταση της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας, είναι επόμενο οι ελληνικής καταγωγής αμερικανοί να ζητούν από την κυβέρνηση μας (ΗΠΑ) να βοηθήσει στην εξεύρεση μιάς βιώσιμης λύσης γιά το Κυπριακό. (9 Οκτωβρίου 1964). H απάντηση του συμβούλου του αμερικανού προέδρου ήρθε λίγες ημέρες αργότερα (κατ’ εντολή του ίδιου του προέδρου), στις 21 Οκτωβρίου, κάνοντας αναφορά στις προσπάθειες γιά διευθέτηση των ζητημάτων που είχαν ανακύψει από τον τότε πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία κ.Stevenson. Στο ίδιο έγγραφο, ο Bundy επικαλείται δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη ως “θλιβερή επωδό της κοινοτικής εχθρότητας στην Κύπρο” και αναφέρει ότι ο Stevenson προέβη στις ανάλογες παραστάσεις προς την τουρκική κυβέρνηση. Αυτή η κινητοποίηση της διπλωματικής αποστολής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία γιά το συγκεκριμένο ζήτημα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στις πιέσεις που άσκησε ο Αρχιεπίσκοπος το προηγούμενο διάστημα στην αμερικανική ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, ένα σημαντικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω, είναι πως η, κατ’ οποιονδήποτε τρόπο, διασύνδεση του Κυπριακού ζητήματος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας αποτελούσε καθεστώς το οποίο μόνο αρνητικά αποτελέσματα είχε.

Όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν και η Τουρκία προέβη σε νέες απελάσεις ελλήνων ομογενών της Κωνσταντινούπολης, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έθεσε το πρόβλημα στον ίδιο τον πρόεδρο Lyndon Johnson (Επιστολή, 28 Οκτωβρίου 1964). Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα γιά τις πράξεις των τουρκικών αρχών, ο Ιάκωβος κατήγγειλε τα γεγονότα στον ίδιο τον πρόεδρο, καλώντας τον ταυτόχρονα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες άσκησης επιρροής προς την Άγκυρα. Γιά άλλη μία φορά, αλλά τώρα με αποδέκτη τον ίδιο τον ηγέτη της υπερδύναμης, ο Αρχιεπίσκοπος κάνει σαφές ότι η μακροχρόνια πολιτική και διπλωματική κρίση στην Κύπρο δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως “φερετζές” γιά την σταδιακή εξάλλειψη του ελληνικού στοιχείου στην Τουρκία.
Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στην επιστολή του προς τον πρόεδρο Τζόνσον ο Αρχιεπίσκοπος (μετάφραση): Τη στιγμή που ο εκπρόσωπος της τουρκικής αντιπροσωπείας διαβεβαίωνε το Συμβούλιο Ασφαλείας (του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών) ότι δεν θα υπήρχε καμία εχθρική πράξη εναντίον των ελληνικής καταγωγής τούρκων πολιτών, οι αρχές της Τουρκίας έπαιρναν μέτρα, καταργώντας στην πράξη το εκπαιδευτικό σύστημα της ελληνορθόδοξης κοινότητας… (28 Οκτωβρίου 1964).

Οι συνθήκες και οι συμφωνίες που συγκροτούσαν το διεθνές δίκαιο αποτέλεσαν πολλές φορές την πρωμετωπίδα των επιχειρημάτων του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, όταν απεύθυνονταν στην ηγεσία των ΗΠΑ προς υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Η παραβίαση του άρθρου 40 της Συνθήκης της Λωζάνης [3] του 1923 αποτελεί το κύριο θέμα της επιστολής του προς τον πρόεδρο Lyndon Johnson, στις 20 Απριλίου 1965, στην οποία ζητείται η παρέμβαση της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα. Πιό συγκεκριμένα, η επιστολή του Αρχιεπισκόπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: …το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 μεριμνά πως οι μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία πρέπει να έχουν ίσο δικαίωμα στην εγκαθίδρυση, διεύθυνση και έλεγχο (με δικά τους έξοδα) θρησκευτικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, σχολεία και άλλων εκπαιδευτικών οργανώσεων, διατηρώντας το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα ελεύθερα…

Επί της ουσίας, ο Αρχιεπίσκοπος υπενθυμίζει στον αμερικανό πρόεδρο το αυτονόητο συμπέρασμα που πηγάζει από τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών (Λωζάνη), οι οποίες παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταπατούνται μέχρι και σήμερα, κατά παραβίαση των θεμελιωδών θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Αυτό το ζήτημα τέθηκε και πάλι από τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, ο οποίος επανήλθε τον Σεπτέμβριο του 1965 με τηλεγράφημα προς τον Lyndon Johnson zητώντας του να γίνει δεκτός σε ακρόαση, ώστε να του το εκθέσει ο ίδιος, ενώπιος- ενωπίω, την κατάσταση που αντιμετώπιζε το Πατριαρχείο στην Τουρκία. Μιά κατάσταση, που όπως την περιγράφει ο Ιάκωβος στις επιστολές του προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών περιελάμβανε το κλείσιμο χριστιανικών ναών, την προσπάθεια υποβίβασης του Οικουμενικού Πατριάρχη από το τουρκικό κράτος, καθώς και τις προσωπικού τύπου επιθέσεις που δέχονταν ο Επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας από μερίδα του Τύπου.

Ο Ιάκωβος, λοιπόν, παρεμβαίνει ο ίδιος στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, θέτοντας ενώπιον του προέδρου τις αρνητικές ενέργειες εκπορευόμενες από ένα συμμαχικό (προς την Αμερική) κράτος, το οποίο αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει, εμπράκτως, τον Οικουμενικό και πανανθρώπινο ρόλο του Πατριαρχείου και του Πατριάρχη προσωπικά. Η δραστηριότητα αυτή που ανέπτυξε ο Αρχιεπίσκοπος είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς όντας ο συνδετικός κρίκος του Πατριαρχείου με την αμερικανική ήπειρο, ενημέρωνε εκτενώς – και σε τακτά χρονικά διαστήματα – την ηγεσία των Η.Π.Α. γιά ζητήματα που, υπό άλλες συνθήκες, ενδέχεται να χανόντουσαν στο διπλωματικό πλουραλισμό των εξόχως σημαντικών διεθνών θεμάτων που απασχολούσαν την Ουάσινγκτον την περίοδο εκείνη. Στις 30 Μαρτίου του 1966 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Lyndon Johnson στο Λευκό Οίκο. Ο ίδιος περιγράφει τη συνάντηση σε σχετική επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Ήρχισα την έκθεσιν μου με την έκφρασιν των ευχαριστιών μου διά την παρασχεθείσαν τόσον προθύμως ακρόασιν και με την βεβαίωσιν της προσωπικής μου, ως και όλου του ποιμίνου μου, εκτιμήσεως διά την παρεχομένην ευκαιρίαν να αναπτύξω προς αυτόν το θέμα του εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου και της εν Τουρκία Ομογενείας, το οποίον συνέχει τόσον πολύ την ψυχήν μας εδώ. Ο λόγος, εσυνέχισα, διά τον οποίον εζήτησα αυτήν την ακρόασιν, είναι η αύξουσα ανησυχία των ελληνορθοδόξων Aμερικανών ως και των μελών των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Αμερική διά τα υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως συνεχώς επί δεκαετίαν και πλέον λαμβανόμενα περιοριστικά και καταπιεστικά μέτρα, τα οποία αποβλέπουν σήμερον μεν εις την ταπείνωσιν του Οικουμενικού Θρόνου, αύριον δε εις την ολοκληρωτικήν εξουθένωσιν αυτού (30 Μαρτίου 1966).

Η σημαντικότερη, όμως, παράμετρος της συνάντησης του Ιακώβου με τον πρόεδρο Τζόνσον βρίσκονταν σε μία επισήμανση του Αρχιεπισκόπου αναφορικά με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (πρώην Αρχιεπίσκοπος Αμερικής) και την στήριξη που του είχε προσφέρει στην εκλογή του ο τότε αμερικανός πρόερδος Harry Truman. Με αυτόν τον τρόπο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Ιάκωβος επιχείρησε να υπενθυμίσει στον πρόεδρο Τζονσον τον επιπρόσθετο ρόλο του Πατριαρχείου στη Μέση Ανατολή ως “ανασταλτικού παράγοντος” γιά την Σοβιετική διείσδυση. Ακολουθούν τα λόγια του Αρχιεπισκόπου προς τον αμερικανό πρόεδρο όπως ο ίδιος τα περιγράφει στην επιστολή προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Ως ωρισμένως γνωρίζετε, κ.Πρόεδρε, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, κρινόμενος επί της βάσει του ευρυτέρου διαχριστιανικού και ειρηνιστικού πνεύματος, το οποίον ενέπνεεν όλην την πολιτείαν του κατά τα 18 έτη της ενταύθα διακονίας του, παρεκλήθη από την Κυβέρνησιν ενός των προκατόχων σας, του μεγάλου φίλου σας H.S. Truman, να θέση υποψηφιότητα ότε ο Οικουμενικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως ευρίσκετο εν χηρεία κατά το 1948. Και εδέχθη να θέση υποψηφιότητα ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Αθηναγόρας παρορμηθείς από την συνείδησιν του χρέους του, όπως υπηρετήση την πατρίδα του Αμερικήν εις την υπόθεσιν της προαγωγής αγαθών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, και παραλλήλως να εργασθή διά την αναχαίτισιν της Σοβιετικής διεισδύσεως εις την Μέσην Ανατολήν, η οποία Μέση Ανατολή έπρεπε να παραμείνη εις την σφαίραν της επιρροής της Δύσεως, εξασφαλιζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον της ισορροπίας, η οποία και τότε, όπως και σήμερον, κρίνεται ως προϋπόθεσις ειρηνικών σχέσεων μετά των αντιπάλων μας δυνάμεων» (30.4.1966).

Η παραπάνω αναφορά του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου έχει ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό διότι την περίοδο εκείνη οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βρισκόντουσαν στην καρδιά του “Ψυχρού Πολέμου” με τη Μόσχα και οποιαδήποτε υποστήριξη σε περιφερειακό επίπεδο (πόσο δε μάλλον στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή) ήταν απαραίτητη γιά τα συμφέροντα τους. Αυτό που επισημαίνει στον αμερικανό πρόεδρο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος είναι η στρατηγική θέση του Πατριαρχείου, στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας, κάτι που προφανώς του προσέδιδε μιά επιπλέον σημασία σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε αυτό το σημείο, ο Ιάκωβος αξιοποίησε με αριστοτεχνικό τρόπο τον χρόνο που του είχε διεθέσει ο πρόεδρος ώστε να του εξηγήσει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε στην ευρύτερη περιοχή η αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τονίζοντας το ρόλο του Πατριαρχικού θρόνου ως “ειρηνοποιού” θεσμού στην Ευρασία, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε σαφές στον Lyndon Johnson δύο βασικές παραμέτρους:

α) Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπηρέτησε – και υπηρετεί – πιστά την πολιτική ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η επιχείρηση από πλευράς της Τουρκίας να “μειωθεί” σημαντικά ο ρόλος του Πατριαρχείου και να “αποψιλωθεί“ η οικουμενικότητα του ρόλου του θα είχε επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών, οξύνοντας μιά ήδη τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε. Επομένως, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πλήγμα στους στόχους της Ατλαντικής Συμμαχίας (δηλαδή πρωτίστως των Ηνωμένων Πολιτειών) αναφορικά με τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, με στρατηγική σημασία γιά την ευρύτερη περιοχή.
β) Δεύτερον, η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι του Πατριαρχείου το εξουθενώνει σε εκκλησιαστικό και οικουμενικό επίπεδο. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία – και πρόκληση ταυτόχρονα – γιά τη Ρωσική Εκκλησία ώστε να αναλάβει αυτή τα ηνία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η “κυριαρχία” του Πατριαρχείου Μόσχας επί του Οικουμενικού Πατριάρχη, θα ενίσχυε το ρόλο της σοβιετικής κυβέρνησης στην περιοχή (δεδομένου του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τον Ιάκωβο, η ρωσική εκκλησία αποτελεί και σήμερον το όργανον της Ρωσικής κυβερνήσεως, όπως ήτο και επί της κυβερνήσεως των Τσάρων).

Η τακτική, λοιπόν, του Αρχιεπισκόπου στην επικοινωνία του αυτή με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών είχε έναν προφανή στόχο: Να ελκύσει το ενδιαφέρον του προέδρου Lyndon Johnson, συνδέοντας τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη με τα ευρύτερα γεωστρατηγικά συμφέροντα της υπερ- δύναμης. Από την απάντηση δε του προέδρου προς τον Ιάκωβο -όπως ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος την έχει μεταφέρει στην επιστολή προς τον Αθηναγόρα- γίνονται κατανοητά τα εξής: Ότι ο Lyndon Johnson ενημερώθηκε γιά ορισμένες παραμέτρους του ζητήματος τις οποίες δε γνώριζε, ότι αντιλήφθηκε την σημασία που έχει γιά τη σταθερότητα της περιοχής η εύρυθμη και αταλάντευτη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, όμως, επέμενε στην ανάδειξη των κυρίαρχων θεμάτων γιά την Ορθόδοξη Εκκλησία και την ελληνική μειονότητα της Τουρκίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν και άλλες πρωτοβουλίες του (Γερουσία Η.Π.Α., Βουλή Αντιπροσώπων κ.α), οι οποίες ακολού- θησαν την συνάντηση με τον πρόεδρο. Αυτές τις πρωτοβουλίες τις αναφέρει ο ίδιος ο Αρχ. Ιάκωβος σε σχετικό σημείωμα του, στις 7 Απριλίου 1966.

Β. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1970 (1970-1979)

Κατά την δεκαετία του 1970 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε ουσιώδεις παρεμβάσεις, ζητώντας από την αμερικανική κυβέρνηση να δείξει απτό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είναι δε σημαντικό το γεγονός ότι η δεκαετία του ’70 σημαδεύτηκε και από το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (το 1971), ενώ το 1972 πεθαίνει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Ι και τον διαδέχεται ο Δημήτριος. Ήταν, όμως, επόμενο ότι τόσο τα ζητήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και η ελληνική μειονότητα της Πόλης, να περάσουν σε “δεύτερη μοίρα” έπειτα από τα τραγικά γεγονότα στην Κύπρο – ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή το 1974. Παρ’ όλα αυτά, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής παρενέβη στον πρόεδρο Gerald Ford 4 τον Οκτώβριο του 1974, όταν και είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του. Σε αυτήν την περίπτωση, με προφανή τη συναισθηματική του φόρτιση γιά όσα είχαν συμβεί στη μεγαλόνησο, ο Ιάκωβος αναφέρθηκε με σκληρά λόγια γιά την Τουρκία, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Έφυγα από εκεί με ένα βαθύ ψυχικόν τραύμα και παρηκολούθησα εκ του εγγύς τας δηώσεις του 1955, την δίωξιν της Ομογενείας, εξορίας – απαλλοτριώσεις περιουσίας, πράξεις πνευματικής γενοκτονίας, όπως το κλείσιμο σχολείων, του Πατριαρχικού Τυπογραφείου και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Και συνεχίζει λέγοντας προς τον πρόεδρο Φορντ: …και επί πλέον έχω τον Πνευματικόν μου Πατέρα ηλικίας 86 ετών, ο οποίος μου γράφει περί των διώξεων και εκφοβισμού και κακομεταχειρίσεως του στοιχείου μας και περί των συνθημάτων, τα οποία ακούονται περί γενικής διώξεως και εν ανάγκη σφαγής των εναπομεινάντων Ελλήνων της Τουρκίας, οι οποίοι κατά εκατοντάδες καθημερινώς εγκαταλείπουν το πατρώον έδαφος, μεταβαίνοντες εις την Ελλάδα.» (σημείωμα 7 Οκτωβρίου 1974).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος επιχείρησε να μεταφέρει στην επικοινωνία του με τον αμερικανό πρόεδρο και ένα επιπρόσθετο, προσωπικό και βιωματικό στοιχείο. Από την πλευρά του, ο Gerald Ford που ήταν ένοικος του Λευκού Οίκου γιά δύο μόλις χρόνια, έμεινε στην ελληνική συνείδηση γιά δύο κυρίως ζητήματα: πρώτον, την επίθεση που είχε εξαπολύσει εναντίον της απόφασης του αμερικανικού Κογκρέσου γιά “εμπάργκο όπλων” στην Τουρκία και δεύτερον, την σιωπή του στην είδηση της αυτοανακήρυξης της “Τουρκικής Δημοκρατίας της βορείου Κύπρου”, του γνωστού και ως “ψευδοκράτους Ντενκτάς”, το 1975. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική η έντονη δυσαρέσκεια της ελληνικής Ομογένειας της Αμερικής γιά την πολιτική Φορντ, η οποία και εκφράζεται σε σχετικό τηλεγράφημα που απέστειλε στον πρόεδρο, την 14η Φεβρουαρίου 1975, ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μπακόπουλος εκ μέρους του εκατονταμελούς Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου. Τα παραπάνω είχαν μάλλον δημιουργήσει μιά αίσθηση ότι τα ελληνικά εθνικά ζητήματα θα τύχουν καλύτερης αντιμετώπισης μετά την εκλογή του κυβερνήτη της Geοrgia Jimmy Carter [5] στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, που διατηρούσε επαφή με τον Κάρτερ πριν ακόμη την εκλογή του δεύτερου στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, συναντήθηκε με τον πρόεδρο τον Απρίλιο του 1977. Σύμφωνα με δημοσίευμα της ομογενειακής εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ (30.4.1977), πέραν του Κυπριακού ζητήματος, ο Ιάκωβος και ο πρόεδρος συζήτησαν διεξοδικά «το θέμα της παραβιάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους Τούρκους στην Κύπρο, καθώς επίσης και στη νήσο Ίμβρο, γενέτειρα του Αρχιεπισκόπου».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με το τέλος της δεκαετίας του 1970 ουσιαστικά συμπληρω- νεται μιά 20ετία ατα- λαντευτης και προσηλωμένης προσπάθειας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, ώστε να προωθηθούν περισσότερο στο κέντρο του ενδιαφέροντος της αμερικανικής διπλωματίας τα ζητήματα του Πατριαρχείου και η περί αυτό Ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας. Πρόκειται γιά μία δύσκολη περίοδο, κατά την οποία συμβαίνουν γεγονότα που μεταβάλουν συνεχώς την ούτως η άλλως “ρευστή“ φύση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Από τα “Σεπτεμβριανά“ μέχρι της δράση της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και τελικώς την τουρκική εισβολή του 1974, το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης γίνεται δέκτης των αρνητικών συνεπειών, δεδομένου του γεγονότος ότι η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τις πολιτικο-διπλωματικές συνθήκες, προκειμένου να δημιουργήσει προβλήματα στην Ομογένεια της Πόλης. Στην συχνή και περιεκτική επικοινωνία του με την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την εικοσαετία 1959-1979, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος καταδικάζει την πρακτική αυτή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να επικεντρώσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον σε τρία βασικά σημεία:

Πρώτον, το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ελληνική Ομογένεια δεν είναι δυνατό να αποτελούν τα “εξιλαστήρια θύματα” των γεγονότων στην Κύπρο ή των όποιων αρνητικών εξελίξεων λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.

Δεύτερον, ότι η πολιτική της Τουρκίας συνιστά παραβίαση Διεθνών Συνθηκών οι οποίες έχουν υπογραφτεί μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας-Τουρκίας) και τις οποίες οι κυβερνήσεις οφείλουν να σέβονται. Παράδειγμα αποτελεί η Συνθήκη της Λωζάνης, του 1922, περί της ανταλλαγής των πληθυσμών (μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης και Ρωμιοί Κωνσταντινούπολης).

Τρίτον, η γεωπολιτική σημασία του Οικουμενικού θρόνου (στο υπογάστριο της τότε Σοβιετικής υπερδύναμης και κοντά στη Μέση Ανατολή) συνιστά μιά πραγματικότητα που δε μπορεί να περνά απαρατήρητο από την Ουάσινγκτον. Ταυτόχρονα δε, ο Αρχιεπίσκοπος επισημαίνει στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson το γεγονός ότι η ρωσική εκκλησία (άμεσα επηρεαζόμενη από την πολιτική των Σοβιετικών) καραδοκεί, ώστε να αναδειχθεί σε ηγέτιδα πνευματική δύναμη του Ορθόδοξου κόσμου, σε περίπτωση που το Πατριαρχείο δεν είναι σε θέση να παίξει τον οικουμενικό του ρόλο.

Σε μία περίοδο ιδιαίτερη γιά τα αμερικανικά γεωστρατηγικά συμφέροντα (Βιετνάμ, Ψυχρός Πόλεμος) η συμβολή του Ιακώβου αποδεικνύεται ουσίωδης γιά τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας στην Τουρκία. Και αυτό διότι καταφέρνει, πράγματι, να “κεντρίσει” το ενδιαφέρον της ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών με τις δυναμικές και εύστοχες παρεμβάσεις του. Χρησιμοποιώντας τόσο το αξίωμα του ως πνευματικού αρχηγού 3.000.000 περίπου αμερικανών ελληνικής καταγωγής και με όπλο του την “πειθώ” ενός καλού γνώστη των πραγμάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος συνέβαλε σημαντικά στο να αποτελέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικείμενο σοβαρής συζήτησης στην Ουάσινγκτον. Κάτι που, αναμφισβήτητα, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα προώθησης των εθνικών ζητημάτων της Ελλάδας και γιά τις σημερινές ηγεσίες, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν με αποτελεσματικότητα στις απαιτήσεις των καιρών.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1953-1961.
2. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1945-1953.
3. Υπογράφτηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης της Ε.Σ.Σ.Δ.. Το άρθρο 40, εδ.’β, αναφέρει μεταξύ άλλων: …(οι μειονότητες) θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθυνώσι και εποπτεύωσι, ιδίαις δαπάναις, παντός είδους φιλανθρωπικά, θρησκευτικά ή κοινοφελή ιδρύματα, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως εν αυτοίς χρήσιν της γλώσσης των…“. Το άρθρο 41 προνοεί πως ”Εν ταις πόλεσιν και περιφερείες, ένθα διαμένει σημαντική αναλογία υπηκόοων μη μουσουλμάνων, η Τουρκική Κυβέρνησις θα παρέχη, ως προς την δημόσιαν εκπαίδευσιν, τας προσηκούσας ευκολίας προς εξασφάλισιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παροχής, εν τη ιδία αυτών γλώσση, της διδασκαλίας εις τα τέκνα των εν λόγω Τούρκων υπηκόοων.
4. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1974 – 1976.
5. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1976 – 1980.

Η Παιδεία στη Θράκη τον 19ο και 20ο αιώνα

Του Δημητρίου Ευ. Κουτρούλα.

(Επιστημονική Παρέμβαση από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό,  Ζάκυνθος 2009, σελ. 521-538.)

Γενικά.

Τα ζοφερά χρόνια μετά την Άλωση επέφεραν στον θρακικό ελληνισμό -όπως και σε όλο το Γένος- κοινοτική, πνευματική, θρησκευτική και εκπαιδευτική καθίζηση. Η Εκκλησία ήταν αυτή που ανέλαβε να επουλώσει τις πληγές και να αφυπνίσει την θανάσιμα τρωθείσα εθνική συνείδηση. Βέβαια, οι δυσκολίες υπήρξαν πολλές, με τους όχι ευνοϊκά διακείμενους Οθωμανούς κατακτητές, οι οποίοι αντιτίθεντο σε ο,τιδήποτε αφορούσε στην πνευματική ανέλιξη των ραγιάδων. Γι’ αυτό και τους πρώτους αιώνες η παιδεία αφενός μεν επισήμως νοσούσε, αφετέρου δε ατύπως και αφανώς λειτουργούσαν σχολεία στους νάρθηκες των ναών και των μονών. Πρόκειται για τα λεγόμενα «κρυφά σχολεία». Η συσπείρωση αυτή στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και στην περίπτωση των Ελλήνων της Θράκης, απέβλεπε και τελικώς συνέβαλε στην διατήρηση της επαφής με την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας και βυζαντινής παραδόσεως, καθώς και στην συντήρηση της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως (1).
Η προσπάθεια αναγέννησης της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην Θράκη ξεκίνησε με δειλά και διστακτικά βήματα. Η γειτνίαση, όμως, με το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, την Κωνσταντινούπολη, καθώς και η αγάπη των κατοίκων του θρακικού χώρου για τα γράμματα, οδήγησαν στην αλματώδη δραστηριοποίηση για την αναγέννηση της παιδείας. Μάλιστα, πρώτο το Πατριαρχείο ΚΠόλεως μόλις το 1593, επί πατριαρχίας Ιερεμίου Β΄ του Τρανού, με πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο, συνέστησε στους μετέχοντες μητροπολίτες, όταν επανέλθουν στις έδρες τους, να ιδρύσουν τουλάχιστον από ένα σχολείο: έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν (2). Παράλληλα, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, από το 1454 που ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Γεώργιο Σχολάριο (που έμεινε γνωστός ως Γεννάδιος), παρέμεινε πάντοτε το εκπαιδευτικό κέντρο του υπόδουλου ελληνισμού και η κυριότερη εστία διατηρήσεως της εκπαιδευτικής ακτινοβολίας του ελληνισμού (3). Για να συνειδητοποιήσουμε τον ανακαινιστικό ρόλο της παιδείας στον θρακικό χώρο, θα πρέπει να αναλογιστούμε τις δραματικές περιόδους πνευματικής ένδειας που έζησαν οι κάτοικοί του. Η σοβαρή κάμψη που πέρασε η παιδεία υποχώρησε και, κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι ταχείς ρυθμοί εκσυγχρονισμού διαδέχτηκαν την πρότερη κατάσταση. Αξίζει να σημειώσουμε πως, ακόμη και πριν τον 19ο αιώνα, όλες οι ελληνικές πόλεις της Θράκης διέθεταν σχολείο. Μάλιστα, ο Άγγλος περιηγητής συνταγματάρχης W. Leake, στις αρχές του 19ου αιώνα, σημειώνει κατά τις περιοδείες του: Δεν υπάρχει κοινότητα ελληνική με κάποια οικονομική ευμάρεια που να μην έχει το ελληνικό σχολείο της (4).

Μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά τις αδιάλειπτες προσπάθειες των μορφωμένων και λογίων δασκάλων του έθνους, η εκπαιδευτική διαδικασία δεν προχώρησε πάνω σε ομοιόμορφες βάσεις, γιατί όπως αναφέρει ο Χασιώτης: ἡ ἰδέα τῆς διαίρεσης τῆς διδασκαλίας δέν εἶχε ἀποκρυσταλλωθῆ ἀκόμα στό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς. Μπορούμε να διακρίνουμε τα σχολεία αυτής της εποχής σε κοινά ή λαϊκά και σε σχολεία ανώτερης εκπαιδεύσεως, με όνομα Ακαδημία, Λύκειο, Μουσείο, και σε μεταγενέστερα με το όνομα Σχολείο, Σχολή, Γυμνάσιο, Φροντιστήριο (5). Σπουδαία πολιτιστική άνθηση στον υπόδουλο ελληνισμό παρατηρείται κυρίως μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), με σημείο αναφοράς το Χάττι Χουμαγιούμ (1856), με το οποίο καθιερώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, η ισότητα των δικαιωμάτων όλων των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό οδήγησε στην αύξηση των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της εκπαιδεύσεως των εθνοτήτων (6).

Η πνευματική αναγέννηση των υποδούλων προετοιμάστηκε επιμελώς από την δραστηριοποίηση τόσο του ελληνικού κράτους, όσο και των πολυάριθμων φιλεκπαιδευτικών συλλόγων σε όλες της οθωμανοκρατούμενες περιοχές. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισαν δύο μεγάλοι τέτοιοι σύλλογοι, ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος ΚΠόλεως (1861) και ο Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων (1869), το έργο του οποίου θα συνεχίσει μετά το 1886 η Επιτροπή προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας (7). Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως η παιδεία κατά τον 19ο αιώνα λειτούργησε όχι μόνο ως αμυντικός μηχανισμός εναντίον των προσπαθειών αλλοιώσεως της εθνικής φυσιογνωμίας, αλλά και ως μηχανισμός ασκήσεως επιρροής. Εξάλλου, η γλώσσα και το σχολείο αποτελούσαν βασικές μονάδες μετρήσεως σε κάθε απόπειρα εδαφικών μειώσεων. Έτσι, η ανάπτυξη της ελληνικής εκπαιδεύσεως στη Θράκη παρατηρείται την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα και συμπίπτει με την έξαρση των βαλκανικών εθνικισμών, και κυρίως του βουλγαρικού, αρχής γενομένης από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 (8) .

Και τα πρώτα χρόνια, όμως, του 20ού αιώνα στιγματίστηκαν στη Θράκη από τον συνεχιζόμενο βουλγαρικό επεκτατισμό, αλλά και από την έκρηξη του τουρκικού εθνικισμού με το Νεοτουρκικό Κίνημα και την συνακόλουθη νέα αντίληψη του οθωμανικού κράτους περί των εθνοτήτων και των προνομίων τους. Αυτό είχε επιπτώσεις και στα εκπαιδευτικά των ελληνικών κοινοτήτων ενδεικτικά αναφέρουμε πως η επικύρωση των διπλωμάτων των δασκάλων ήταν πλέον αρμοδιότητα των κατά τόπους τουρκικών αρχών, χωρίς τη μεσολάβηση της Εκκλησίας (9). Κάτω από τις προαναφερθείσες, λοιπόν, συνθήκες αναπτύχθηκε η προσπάθεια αναγέννησης της εκπαίδευσης και ανόδου του πνευματικού επιπέδου του υπόδουλου ελληνισμού, προκειμένου να οδηγήσει και στην εθνική αποκατάσταση. Ιδρύθηκαν σχολεία, οργανώθηκαν προγράμματα σπουδών, τέθηκαν στόχοι, γέμισαν οι μαθητικές αίθουσες, μεταλαμπάδευσαν οι δάσκαλοι του Γένους στους υπόδουλους Έλληνες τις αξίες της αρχαιοελληνικής και της βυζαντινής κληρονομιάς. Αρωγοί σε όλες αυτές τις εκπαιδευτικές προσπάθειες του ελληνικού κράτους ήταν πάντα η Εκκλησία και οι μεγάλοι ευεργέτες του Έθνους.

thrace-xanthi

Α΄. Μέθοδοι, στόχοι και προγράμματα σπουδών.

Στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης, αλλά και στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν την έναρξη της ελληνικής επαναστάσεως, στις εκκλησίες και στους νάρθηκες οι δάσκαλοι και οι ιερείς, προσπαθούσαν να διδάξουν τα στοιχειώδη γράμματα στα ελληνόπουλα. Όπως αναφέρει ο Αλέξανδρος Ελλάδιος στο βιβλίο του «Η τωρινή κατάσταση της Ελληνικής Εκκλησίας»: Στα στοιχειώδη σχολεία τα Ελληνόπουλα διδάσκονται εκείνα που ειρωνικά καλούνται κολυβογράμματα δηλ. πρώτα διδάσκονταν πινακίδια, ύστερα του Δαμασκηνού τον οκτώηχο, τρίτο όλο το ψαλτήρι του Δαβίδ, τέταρτο τα έργα και τα γράμματα των Αποστόλων και τέλος το Τριώδιο και την Ανθολογία μαζί με την Πεντάτευχο και τους Προφήτες, κι ακόμα γράψιμο και λογαριθμική κ.λπ. (10).

Με το πρώτο Σύνταγμα που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822, στο κεφάλαιο «Περί των καθηκόντων του Μινίστρου των Εσωτερικών» προβλέπει πως ο Υπουργός αυτός «ἐνασχολεῖται μετ’ ἐπιμελείας εἰς τὴν εἴσαξιν καὶ διάδοσιν τῶν φώτων, τῶν τόσον ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐπίδοσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Τότε αποφασίστηκε να εφαρμοστεί στη διδασκαλία η αλληλοδιδακτική μέθοδος ή αλλιώς το σύστημα του Langaster. Ο δάσκαλος, έτσι, θα μπορούσε να διδάξει αναμφίβολα περισσότερους μαθητές με τη βοήθεια των πιο προχωρημένων μαθητών του. Με το Σύνταγμα δε του 1823, το πρώτο που είχε και γενική διάταξη για την εκπαίδευση, διαδόθηκε η μέθοδος αυτή σε εθνική πια κλίμακα (11). Το αλληλοδιδακτικό σύστημα, που εφάρμοσε στην μετεπαναστατική Ελλάδα ο Καποδίστριας, με σκοπό την ευρεία διάδοση της αναγνώσεως και της γραφής, εισήχθη στη Θράκη περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Το συνδιδακτικό (γνωστό και ως ερβαρτιανή συνδιδακτική μέθοδος) εισήχθη στην Ελλάδα επισήμως στις 3 Σεπτεμβρίου 1880, ενώ στη Θράκη είχε ισχύσει κατ’ εξαίρεση και επισήμως από το 1873, ύστερα από απόφαση του Ηπειρωτικού, Θρακικού και Φιλολογικού Συλλόγου, που είχε έδρα στην Κωνσταντινούπολη. Στα δε νηπιαγωγεία της Θράκης εφαρμοζόταν το σύστημα της Γαλλίδας παιδαγωγού Pape Carpentier, που είχε έντονο διδακτικό χαρακτήρα, καθώς και του Γερμανού Friedrich Fröbel που βασιζόταν στον συνδυασμό της εποπτικής διδασκαλίας με την παιδική ορμή προς κίνηση. Εξαιτίας, όμως, των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στη Θράκη, δημιουργήθηκε ένα ιδιότυπο μικτό σύστημα Carpentier και φροβελιανό από το 1880 κ.ε. (12) .
Να σημειώσουμε πάλι, πως τα σχολεία της Θράκης μετά το 1850 είχαν διπλό εκπαιδευτικό στόχο ̇ αφενός τον εθνικό φρονηματισμό απέναντι στην διαγραφόμενη απειλή του Πανσλαβισμού και την ένταξη του νέου στην ελληνική αυτοσυνειδησία και αφετέρου την θρησκευτική διαπαιδαγώγησή του σύμφωνα με τις αρχές της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Την εποχή, λοιπόν, των εθνικών ανταγωνισμών στη Βαλκανική τα σχολεία απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένας από τους βασικούς προορισμούς τους ήταν η διδασκαλία και διάδοση της γλώσσας, δηλαδή του στοιχείου εκείνου, το οποίο πιστοποιούσε την εθνολογική διάκριση. Για το λόγο αυτό τα σχολεία χρησιμοποιήθηκαν στην άσκηση της αλυτρωτικής πολιτικής.

Οι βασικοί παράγοντες που καθόριζαν τα κίνητρα και τις κατευθύνσεις οποιασδήποτε εκπαιδευτικής κινήσεως στον θρακικό χώρο ήταν οι εξής: α) το ένδοξο πατρογονικό παρελθόν, όπως αποτυπώθηκε στη βυζαντινή παράδοση και αργότερα διαμόρφωσε τους στόχους του μεταβυζαντινού ελληνισμού, β) το καθεστώς της δουλείας, που βίωναν οι υπόδουλοι, και η πίστη ότι μόνο η πνευματική καλλιέργεια και η ανασύνδεση με τις αξίες της θρησκευτικής και εθνικής ιστορίας, θα οδηγούσαν τελικά στην απελευθέρωση και στην εθνική αποκατάσταση, γ) τέλος, η αίσθηση της πολιτισμικής υπεροχής, αλλά και η συναίσθηση της ευθύνης των φορέων του ελληνισμού έναντι των υπολοίπων Βαλκανίων για το φωτισμό και την πολιτισμική άνοδο όλων των κατοίκων της χερσονήσου του Αίμου. Όσον αφορά τα προγράμματα σπουδών και την αναμόρφωσή τους, υπήρξε μακροχρόνια και επίπονη διαδικασία ̇ απέδωσε όμως καρπούς μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα. Με πρωτοβουλία Ελλήνων λογίων, που είχαν σπουδάσει στη Δύση και είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, εκπονήθηκαν νέα προγράμματα σπουδών, σύμφωνα με τα οποία: α) καθιερώθηκε η διδασκαλία των μαθημάτων να γίνεται στην καθομιλουμένη νεοελληνική, β) διατηρήθηκε η αρχαία ελληνική στο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά έπαψε να αποτελεί μοναδικό στόχο, γ) διδάσκονταν πλέον οι θετικές επιστήμες (αριθμητική, άλγεβρα, γεωμετρία, αστρονομία, πειραματική φυσική και χημεία), δ) εμπλουτίστηκε το πρόγραμμα με μαθήματα γενικής παιδείας (γεωγραφία, ιστορία, φυσική ιστορία κ.α.), ε) καθιερώθηκε η διδασκαλία της λατινικής και των ξένων γλωσσών (ειδικά στην Θράκη κατά καιρούς ήταν υποχρεωτική η διδασκαλία της γαλλικής, της τουρκικής και της βουλγαρικής γλώσσας) και στ) επιχειρήθηκε -σε κάποιες περιπτώσεις- η εισαγωγή μαθημάτων πρακτικής φύσεως (εμπορική αλληλογραφία, ναυτική τέχνη κ.α.), προκειμένου να βοηθηθούν στην άσκηση του εμπορίου (13) .

Πάντως, σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα των μαθημάτων εξαρτιόταν συχνά από το επίπεδο μόρφωσης του δασκάλου, τη δυνατότητα να βρεθούν διδακτικά εγχειρίδια, τις επεμβάσεις της σχολικής εφορείας ή του τοπικού μητροπολίτη, τις ανοικτές παρεμβάσεις συχνά των γονέων, αλλά και τις κατά τόπους ιδιομορφίες. Κυρίαρχη θέση στο αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων της Θράκης κατείχε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής (γραμματική, συντακτικό και έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων). Έτσι, διδάσκονταν Ιωάννης Χρυσόστομος, Λουκιανός, Ξενοφών, Πλούταρχος, Ισοκράτης, Λυσίας, ιερά ιστορία και κατήχηση, ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία, μυθολογία, γεωγραφία, αριθμητική, γεωμετρία και ξένη γλώσσα. Στα δε νηπιαγωγεία διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή, αριθμητική, γεωγραφία, ιχνογραφία, ωδική, πραγματογνωσία, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, κατήχηση, γυμναστική και εργόχειρο (14). Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως τα ελληνικά σχολεία στη Θράκη εφάρμοζαν κατά προσέγγιση την αλληλοδιδακτική και την συνδιδακτική μέθοδο, καθώς και το ωρολόγιο πρόγραμμα μαθημάτων των σχολείων του ελληνικού κράτους. Συχνά, ωστόσο, παρουσιάζονταν σημαντικές αποκλίσεις από το ενιαίο σύστημα διδασκαλίας και το ενιαίο πρόγραμμα σπουδών παρά τις σύντονες προσπάθειες του Πατριαρχείου ΚΠόλεως, της Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής του Πατριαρχείου και των σπουδαιότερων φιλεκπαιδευτικών συλλόγων.

Β΄. Διδακτικό προσωπικό.

Η Άλωση της ΚΠόλεως οδήγησε σε φυγή στη Δύση τους περισσότερους Έλληνες λογίους και ανέστειλε την λειτουργία όλων σχεδόν των ονομαστών σχολών που λειτουργούσαν ως τότε. Κατά συνέπεια κατέστη σχεδόν αδύνατη και η αναπαραγωγή νέων δασκάλων, ικανών να πάρουν στα χέρια τους την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων. Η κατάσταση αυτή σταδιακά βελτιώθηκε με την ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής ΚΠόλεως. Στα τέλη του 18ου και ιδιαίτερα στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν πλέον πολύ σύνηθες το φαινόμενο οι πιο ικανοί και ανήσυχοι νέοι, που είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές στους στα ελληνικά σχολεία, να σπεύδουν για ανώτερες σπουδές στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στη συνέχεια να επιστρέφουν στις πατρίδες τους, προκειμένου να στελεχώσουν τα παλιά και νέα σχολεία που λειτουργούσαν εκεί. Και μολονότι μέχρι τα τέλη του 18ου η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δασκάλων ανήκε στον κλήρο, από τις αρχές του 19ου αιώνα επέρχονται ουσιώδεις αλλαγές. Παρατηρείται, λοιπόν, υπό την επίδραση των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού, σε πολλά σχολεία να ανατίθενται για πρώτη φορά καθήκοντα δασκάλου σε κοσμικούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Δύση. Παρόλο που δεν είχαν πραγματοποιήσει ειδικές σπουδές, ωστόσο γνώριζαν τις νέες ευρωπαϊκές παιδαγωγικές μεθόδους, τις οποίες προσπάθησαν -όσο ήταν εφικτό- να εισαγάγουν και στα ελληνικά σχολεία της προεπαναστατικής περιόδου (15) .
Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα στα ελληνικά σχολεία μέσης και ανώτερης βαθμίδας δίδασκαν συνήθως δύο δάσκαλοι. Ο πρώτος, που εκτελούσε και χρέη σχολάρχη, δίδασκε μαθήματα «κυκλοπαιδείας» και τα «τελειότερα μαθήματα» (θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά). Ο δεύτερος, ο επονομαζόμενος «υποδιδάσκαλος», ήταν επιφορτισμένος με τη διδασκαλία των «γραμματικών» στον κατώτερο κύκλο σπουδών και με ορισμένα μαθήματα «κυκλοπαιδείας». Η αύξηση του αριθμού των μελών του διδακτικού προσωπικού των ελληνικών σχολείων, που παρατηρείται στις αρχές του 19ου αιώνα, οφειλόταν στον επαναπροσδιορισμό των στόχων της παρεχόμενης παιδείας και στον εμπλουτισμό του προγράμματος σπουδών με πολλά νέα μαθήματα.
Μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και κυρίως μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), τα σχολεία στη Θράκη, εκτός από τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, «στρατεύονται» στην υπηρεσία της εθνικής σκοπιμότητος, προκειμένου να αποτελέσουν «κέντρα» εθνικής ενεργείας. Ως εκ τούτου, απαραίτητη ήταν η καλύτερη οργάνωσή τους προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά επιπλέον η κατάρτιση δασκάλων για την άσκηση του διδακτικού και του εθνικού τους έργου, και η έμφαση στη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων ή και η ιδεολογική χρήση αυτών (16) . Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος και η δράση της «Επιτροπής προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», η οποία συνέταξε για τους δασκάλους επιτομή με τα επιχειρήματα των Βουλγάρων και τα ελληνικά αντεπιχειρήματα επί των διεκδικήσεων αμφότερων στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Ωστόσο, στις αρχές του 20ού αιώνα, οι προσπάθειες δεν έχουν αποφέρει τους αναμενόμενους καρπούς. Αξίζει να αναφέρουμε το υπόμνημα του Ίωνος Δραγούμη το 1906 προς την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας». Σ’ αυτό υπογραμμίζει την κατάσταση στα σχολεία της Θράκης: «Οι διδάσκαλοι σπανίως κατανοούσι τι δεν πρέπει να διδάσκωσι, προσπαθούσι δε να μεταγγίζωσιν εις τους παίδας των χωρικών δυσκολοχώνευτα και άχρηστα ή πλεονάζοντα μαθήματα…Ιστορία εν τοις πλείστοις χωρίοις διδάσκεται η των μυθικών χρόνων μόνον…Τα εν χρήσει αναγνωστικά βιβλία είναι σπανίως καλώς εκλεγμένα…» (17).
Παρόλα τα προβλήματα, σπουδαίοι δάσκαλοι εργάσθηκαν στα σχολεία της Θράκης, θεμελιώνοντας με τον καιρό ένα σύστημα παιδείας με ευρύτερες απηχήσεις στη διαμόρφωση κατ’ αρχήν της ελληνικής και κατ’ επέκταση της βαλκανικής παιδείας. Μάλιστα, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα Βούλγαροι μαθητές, φοιτώντας στα ελληνικά σχολεία της Θράκης, έγιναν φορείς του ελληνικού πνεύματος, μίλησαν και έγραψαν στην ελληνική γλώσσα, αισθάνθηκαν αδελφικά με τους Έλληνες και αγωνίστηκαν από κοινού έναντι του Οθωμανού κατακτητή (18). Όσον αφορά τους δασκάλους του Γένους, ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιους από τους σημαντικότερους, που συναντάμε στην Θράκη τον 19ο και 20ο αιώνα. Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής υπήρξε ο Ματθαίος ο Αινίτης, ο οποίος δίδαξε στη Σχολή των επιβατών και κατόπιν στην ΚΠολη από το 1802, ενώ το 1807 έγινε μητροπολίτης Αίνου. Ο Ιωάννης Λεοντόπουλος από το Μυριόφυτο (μαθητής του Ματθαίου Γανοχωρίτη) δίδαξε στην ΚΠολη, το Μυριόφυτο και τη Ραιδεστό, ενώ ήταν και συντάκτης του λεξικού «Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης» (19). Συγγενής του Οικουμενικού Πατριάρχη ΚΠόλεως Κυρίλλου Στ΄ (κατά κόσμον Κων/νου Σερμπετσόγλου) ήταν ο Στέφανος Καραθεοδωρής, ο οποίος ξεκίνησε γιατρός και δάσκαλος στη σχολή της Αδριανουπόλεως και την διεύθυνε για πολλά χρόνια. Το δε 1828 εισηγείται την ίδρυση Ιατρικής Σχολής στην ΚΠολη, στην οποία και δίδαξε για 40 περίπου χρόνια (20).

Ο καθηγητής της Μεγάλης Σχολής του Γένους Αναστάσιος Χουρμουζιάδης (1830-1898) καταγόταν από το χωριό Τσακίλι της επαρχίας Μετρών. Αφού δίδαξε λίγα χρόνια στο Γυμνάσιο Τραπεζούντας ξαναγύρισε ως καθηγητής στη Σχολή της ΚΠόλεως. Δάσκαλος του ενδοξότερου τέκνου της Θράκης, του Γεωργίου Βιζυηνού, υπήρξε ο Ηλίας Τανταλίδης από το Φανάρι ΚΠόλεως, ο οποίος δίδαξε ρητορική και ελληνικά γράμματα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1846-1876), από την οποία και αποφοίτησε. Καθηγητές στη Χάλκη διετέλεσαν οι Αδριανουπολίτες Χρήστος Παπαδόπουλος και Μιχαήλ Κλεόβουλος (ο δεύτερος υπήρξε διευθυντής και καθηγητής και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή) (21). Για πολλά χρόνια δίδαξε σε σχολεία της Θράκης μέχρι να καταλήξει στο Γυμνάσιο και στο Ζάππειο παρθεναγωγείο Αδριανουπόλεως ο Γεώργιος Λαμπουσιάδης. Δάσκαλος στο Γυμνάσιο Αδριανουπόλεως και σχολάρχης στο Σουφλί υπήρξε ο Κων/νος Κουρτίδης. Σπουδαίοι δάσκαλοι σχολών της Θράκης, που κατάγονταν από την Αδριανούπολη, υπήρξαν οι Χρήστος Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Ζώτος, Νικόδημος Παπαδόπουλος κ.ά. (22)

Ο καταγόμενος από την Στενήμαχο Βλάσιος Σκορδέλης δίδαξε στο Σχολείο της γενέτειράς του και κατόπιν διετέλεσε διευθυντής στο Γυμνάσιο Φιλιππουπόλεως. Στο Ζαρίφειο Διδασκαλείο Φιλιππουπόλεως δίδαξε και ο σημαντικότερος Έλληνας αρχαιολόγος της εποχής του Χρήστος Τσούντας (1857-1934) (23). Άλλοι σπουδαίοι Θρακιώτες λόγιοι και δάσκαλοι ήταν οι: Θεοδόσιος Προδρόμου (από τη Σωζόπολη), Κοσμάς Μερτίλος Αποστολίδης (από την Φιλιππούπολη) και Γεώργιος Γιαννακάκης (από το Ιντζέκιοϊ της Ραιδεστού) ̇ επίσης, οι Ραιδεστινοί Πολύκαρπος Ψωμιάδης, Γερμανός Στρινόπουλος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Κεντρώας Ευρώπης), Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, Αφροδίτη Θεοδωρίδου κ.ά. (24).

Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους Έλληνες λογίους που δίδαξαν στη Δυτική Θράκη, κατείχαν οι Ευστ. Καβάσιλας, Κων/νος Βλαχόπουλος, Γ. Αναστασόπουλος, Αδαμ. Ταμβακίδης και Ιωάννης Μαγκριώτης. Και τους αναφέρουμε ειδικώς, διότι η ελληνική παιδεία στη Δυτική Θράκη υπέστη τις καταστροφικές συνέπειες της βουλγαρικής κατοχής. Τα σχολεία έκλεισαν, η ελληνική γλώσσα απαγορεύτηκε και στα ελληνικά διδακτήρια στις γεωγραφικές περιφέρειες Ξάνθης (25), Κομοτηνής, Δεδέαγατς (Αλεξανδρουπόλεως) και Σουφλίου δεν υπήρχε ούτε ένας Έλληνας δάσκαλος. Μόνο στις περιοχές Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας (Καραγάτς), όπου επικρατούσε ένα ιδιόμορφο εδαφικό καθεστώς, οι Έλληνες δάσκαλοι κατάφεραν να ανασυγκροτήσουν τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων, κατά τη διασυμμαχική κατοχή (26). Τέλος, ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με στατιστικό πίνακα του 1907 του Οικουμενικού Πατριαρχείου ΚΠόλεως, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα των θρακικών μητροπόλεων δίδασκαν: 166 διδάσκαλοι σε 165 ιδρύματα της μητροπόλεως Ηρακλείας, 82 σε 66 ιδρύματα της μητροπόλεως Δέρκων, 197 σε 99 ιδρύματα της μητροπόλεως Αδριανουπόλεως, 94 σε 40 ιδρύματα της μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως, 84 σε 62 σχολεία της μητροπόλεως Διδυμοτείχου, 22 σε 9 ιδρύματα της μητροπόλεως Αίνου, 39 σε 30 σχολεία της μητροπόλεως Βιζύης, 52 σε 28 σχολεία της μητροπόλεως Μαρωνείας, 15 σε 8 σχολεία της μητροπόλεως Σωζοαγαθουπόλεως, 59 σε 34 ιδρύματα της μητροπόλεως Ξάνθης, 24 σε 13 σχολεία της μητροπόλεως Γάνου και Χώρας, 30 σε 25 σχολεία της μητροπόλεως Λιτίτσης και 34 σε 15 σχολεία της μητροπόλεως Καλλιουπόλεως (27).

Γ΄. Μαθητικό δυναμικό.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η φοίτηση στα ελληνικά σχολεία μέσης και ανώτερης βαθμίδας αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των αρρένων. Ακόμα και κάτω από την επίδραση των ιδεών του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού διαφωτισμού, η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε. Ο δε αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στα ελληνικά σχολεία ποίκιλε κατά περίπτωση και παρουσίασε σημαντική αύξηση στα τέλη του 18ου και κυρίως στις αρχές του 19ου αιώνα. Ως προς την κοινωνική τους προέλευση, οι μαθητές προέρχονταν, στην πλειονότητά τους, από τα λαϊκά στρώματα. Σύμφωνα με τον καθηγητή Κων/νο Χατζόπουλο, αυτό οφειλόταν στους εξής λόγους: α) χάρη στην τακτική της δωρεάν φοιτήσεως των νέων, που είχε καθιερώσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, β) στην υποστήριξη των κοινοτήτων, γ) στην μέριμνα των ιδρυτών-ευεργετών των σχολείων να φοιτούν σ’ αυτά οικότροφοι φτωχοί μαθητές, δ) στην χορήγηση υποτροφιών, χάρη στις δωρεές εύπορων Ελλήνων και ε) στην τάση και πολυτέλεια των πλουσίων να μορφώνουν τα παιδιά τους με οικοδιδασκάλους (28).

Χαρακτηριστικός και ενδεικτικός της καταστάσεως που επικρατούσε στο βιλαέτι Αδριανουπόλεως (29) στις αρχές του 20ού αιώνα, είναι ο συγκριτικός πίνακας που παραθέτει ο Κων/νος Βακαλόπουλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα στο σαντζάκι Αδριανουπόλεως συνολικά υπήρχαν 143 σχολεία, με 207 δασκάλους και 9258 μαθητές. Στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας υπήρχαν 37 σχολεία, με 60 δασκάλους και 2807 μαθητές. Στο σαντζάκι Σαράντα Εκκλησιών υπήρχαν 74 σχολεία, με 125 δασκάλους και 5792 μαθητές. Στο σαντζάκι Καλλιπόλεως υπήρχαν 71 σχολεία, με 121 δασκάλους και 7733 μαθητές. Στο σαντζάκι Δεδέαγατς υπήρχαν 31 σχολεία, με 55 δασκάλους και 2653 μαθητές. Τέλος, στο σαντζάκι Ραιδεστού υπήρχαν 416 σχολεία, με 651 δασκάλους και 32369 μαθητές (30).
Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία και για την Βόρεια Θράκη. Η Φιλιππούπολη αποτέλεσε το φάρο της ελληνικής παιδείας και τον πυρήνα της πολιτιστικής παρουσίας του ελληνισμού της Βόρειας Θράκης. Στις αρχές του 20ού αιώνα (στα 1903) στην επαρχία Φιλιππουπόλεως λειτουργούσαν περισσότερα από 32 εκπαιδευτικά ιδρύματα (γυμνάσιο, Αστικές Σχολές, ημιγυμνάσιο, νηπιαγωγεία, δημοτικά, παρθεναγωγεία και σχολαρχείο) και το μαθητικό δυναμικό ξεπερνούσε τις 3000 ψυχές (31). Βέβαια, έχουμε ήδη περάσει στην παρακμή των εκπαιδευτηρίων, η οποία ήταν παράλληλη με την αντίστοιχη της ελληνικής κοινωνίας, μετά την πραξικοπηματική κατάληψη της Φιλιππουπόλεως το 1885. Μέχρι το 1906 θα καταργηθεί η ελληνική κοινότητα της πόλεως και θα κλείσουν πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Δ΄. Οικονομικοί πόροι και κτιριακές εγκαταστάσεις.

Οι ανάγκες για την συντήρηση και λειτουργία των ελληνικών σχολείων δεν μπορούσαν να καλυφθούν από το επίσημο κράτος, ούτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (κυρίως τα πρώτα χρόνια της οθωμανοκρατίας). Η επίσημη Οθωμανική εξουσία απουσίαζε στον τομέα της κρατικής μέριμνας για την εκπαίδευση των μη μουσουλμάνων υπηκόων της. Οι πηγές εσόδων, λοιπόν, των ελληνικών σχολείων ήταν: α) οι δωρεές των εύπορων Ελλήνων του εσωτερικού και της διασποράς, β) η οικονομική ενίσχυση της τοπικής εκκλησίας, γ) οι χρηματοδοτήσεις των σχολείων από τις κοινότητες (κυρίως στις αρχές του 19ου αι.), δ) οι χρηματοδοτήσεις που πρόσφεραν οι διάφορες επαγγελματικές συσσωματώσεις (συντεχνίες) των βιοτεχνών ή των εμπόρων της πόλης που λειτουργούσε το σχολείο ή της ΚΠόλεως, και ε) τα δίδακτρα που κατέβαλαν ορισμένες κατηγορίες μαθητών (παιδιά εύπορων οικογενειών) (32).
Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πως ούτε σχολεία μπορούσαν να ανεγερθούν με κρατική μέριμνα. Έτσι, από τα μέσα του 18ου αιώνα και εξής παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια για στέγαση των σχολείων σε ιδιόκτητα κτίρια, ειδικά κατασκευασμένα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των λειτουργικών τους αναγκών. Οι φορείς που πρωτοστάτησαν και σ’ αυτή τη προσπάθεια ήταν η Εκκλησία, οι κατά τόπους κοινότητες, καθώς και η ιδιωτική πρωτοβουλία με τους φιλοπάτριδες Έλληνες ευεργέτες. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι προσπάθειες γενικεύτηκαν, έτσι ώστε, λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, τα περισσότερα από τα ελληνικά σχολεία να στεγάζονται σε ιδιόκτητα κτίρια, η λαμπρότητα των οποίων κίνησε το θαυμασμό ακόμη και των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέφτηκαν σ’ αυτήν την περίοδο την Ελλάδα (33).

Ε΄. Ευεργέτες της παιδείας.

Στην οργάνωση σχολείων και τη διάδοση των γραμμάτων συνεργάσθηκαν εποικοδομητικά με την Εκκλησία διάφοροι σύλλογοι, ιδιαίτερα φιλεκπαιδευτικοί, των θρακικών πόλεων. Ειδικότερα στη Θράκη η παιδεία σημείωσε αλματώδη πρόοδο, κυρίως μετά το 1861, λόγω της έντονης δραστηριότητας του «Θρακικού Συλλόγου» ΚΠόλεως. Ακολούθησε την πορεία που χάραξε ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος ΚΠόλεως», γνωστός και ως «Υπουργείο Παιδείας του αλύτρωτου Ελληνισμού» (34). Εξαιρετική ήταν και η δραστηριότητα του αθηναϊκού «Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων» υπέρ του ελληνισμού της Θράκης, καθώς και η «Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα “Αγαπάτε Αλλήλους”», η οποία ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ με συμμετοχή επιφανών Ελλήνων εμπόρων και τραπεζιτών, πρόθυμων να χρηματοδοτήσουν εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου ΚΠόλεως.

Υπό την γενική εποπτεία και καθοδήγηση, λοιπόν, της Εκκλησίας, με τη συμμετοχή των συντεχνιών, συχνά με πρωτοβουλία μορφωτικών συλλόγων και μεγάλων ευεργετών (35), που δεν φείδονταν εξόδων προκειμένου να προσφέρουν στους συμπατριώτες τους τα φώτα της παιδείας, μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, άρχισε ένας ιδιόμορφος αγώνας ευγενούς άμιλλας μεταξύ των θρακικών πόλεων για την ίδρυση σχολείων. Αρωγός στον εκπαιδευτικό και εθνικό αγώνα που διεξήγε ο ελληνισμός της Θράκης υπήρξε ο «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων». Κοντά του στάθηκαν πολλοί Θρακιώτες, που έχοντας τα οικονομικά μέσα, βοήθησαν την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας ιδρύοντας και αναγείροντας σχολεία και εξασφαλίζοντας με γενναίες επιχορηγήσεις τη λειτουργία τους, βοηθώντας έτσι το έργο των εκπαιδευτικών. Στους πατριώτες αυτούς ανήκει ο Γεώργιος Ζαρίφης (36) από την Πόλη, που ίδρυσε τα «Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια» (1875) στη Φιλιππούπολη και τα Θεραπειά και χρηματοδότησε την ανέγερση του νέου διδακτηρίου στης Μεγάλης Σχολής του Γένους. Ταυτόχρονα δε διέθετε μεγάλα ποσά για υποτροφίες σπουδαστών. Ο Γρηγόριος Μαρασλής (37) από την Φιλιππούπολη με τις προσφορές του βοήθησε στην ανέγερση πολλών εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, όπως η Μαράσλειος Σχολή (1900) στη Φιλιππούπολη, το Φανάρι και την Αθήνα.

Στους αδελφούς Θεοδωρίδη οφείλονται τα «Θεοδωρίδεια Εκπαιδευτήρια» Ραιδεστού και στους αδελφούς Γεωργιάδη το «Γεωργιάδειον» στην ίδια πόλη. Στην Αλεξανδρούπολη μεταφέρθηκαν τα «Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια» του είχαν ιδρύσει αρχικά στους Επιβάτες ο Σαράντης Αρχιγένης και η σύζυγός του Ελένη. Το διδασκαλείο αυτό κατόπιν μετονομάστηκε σε «Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία». Από τους Επιβάτες κατάγονταν και οι Αγγελής Καμινάρης, Βασ. Ελευθερόπουλος-Λογοθέτης, Θεμ. Γρηγοριάδης κ.ά. Χάρη στον Φώτιο Αναστασιάδη δημιουργήθηκε στις Μέτρες (Τσατάλτζα) η «Φωτάκειος Σχολή». Ανάμεσα στους πολυάριθμους ευεργέτες των Μετρών αξιομνημόνευτοι είναι οι Νείλος Πενταπόλεως, Ιωακείμ Καλλιπόλεως, Καλλίνικος Πρεσπών, Ιωακείμ Σκαρλατίδης, Δημήτριος και Πηνελόπη Κώστα, Νικ. Ζωγραφίδης και Τζεφρής Ιωάννου. Στην Κομοτηνή ο Χατζή Κωνσταντής Ζωΐδης προσφέρει σχολείο που λειτουργούσε στον περίβολο του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου, ενώ ο Νέστωρ Τσανακλής (38) ανέγειρε την «Τσανάκλειο Σχολή», στην οποία μέχρι πριν κάποια χρόνια στεγαζόταν η Πρυτανεία του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Στην Ξάνθη ίδρυσαν νηπιαγωγεία και διδακτήρια οι Παν. Στάλιος, Αθαν. Κουγιουμτζόγλου, Μιχ. Ματσίνης και Θεόδ. Ζαλάχας, ενώ στη Αλεξανδρούπολη η «Λεονταρίδειος Αστική Σχολή Αρρένων» ήταν προσφορά του Αντ. Λεονταρίδη (39). Στην χορεία των σπουδαίων Θρακιωτών ευεργετών συγκαταλέγονται οι Κων/νος Ξενοκράτης από το Σαμάκοβο, Χρ. Παπαδόπουλος (40) από την Αδριανούπολη, Δημ. Δοδόπουλος από τις Σαράντα Εκκλησιές, Γ. Χρυσοβέργης (41) από τη Στενήμαχο, Αντ. Κομιζόπουλος (ιστορικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρίας), Μιχ. Γκιουμουσγκερδάνης από την Φιλιππούπολη, Αλέξ. Κουμπάρης από τη Μεσημβρία και Βασίλειος Σουλήνης από τη Βάρνα.

Στην Αδριανούπολη ξεχωρίζει η μορφή του εθνικού ευεργέτη Πλάτωνα Ροδοκανάκη, ο οποίος ανέλαβε την διαχείριση της «Μασσαλιωτικής Σχολής» (μετά τη διάλυση του Μασσαλιωτικού Συλλόγου) και κατοπινής «Ροδοκανάκειου Σχολής». Η ελληνική παιδεία στην Αδριανούπολη, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, γνώρισε αλματώδη ποιοτική αναβάθμιση και αυτό μεταξύ άλλων οφείλεται και στις εισφορές των Θεόδ. Βαφειάδη, Κων/νου Βλαχόπουλου και Ολ. Λεμπεριάδου.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η προσωπική πρωτοβουλία και στην περίπτωση του Σταυροδρομίου. Το 1875 με πρωτοβουλία του μεγάλου ευεργέτη Κων/νου Ζάππα ιδρύεται στο Σταυροδρόμι το «Ζάππειον Παρθεναγωγείο». Ήδη, όμως, πριν το 1870 λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά σχολεία, όπως το Λύκειο του Ηπειρώτη Δ. Πεταλλίδη, το ελληνογαλλικό Λύκειο του Ν. Φρυδά, το Ελληνικό Λύκειο του Χριστοδούλου Καλωταίου, το Ελληνογαλλικό Παρθεναγωγείο Σοφίας Θερινού κ.ά. Στις αρχές μάλιστα του 20ού αιώνα παρατηρείται η σύσταση και άλλων ιδιωτικών λυκείων, όπως το Λύκειο Χατζηχρήστου, το Λύκειο Βασματζίδου, η Δημοτική Σχολή Π. Μουμτζή κ.ά. (42).

Επίσης, στον Σκοπό της Ανατολικής Θράκης δόθηκε σημαντική ώθηση της παιδείας χάρη στις συνδρομές των μεγαλύτερων ντόπιων οικογενειών, των Σγουρήδων, Σακαλήδων, Κόκκινων, Θεοφιλίδων (Θεοφίλογλου), Κωνσταντόπουλων (Κώτσογλου) κ.ά. Εκπαιδευτικά ιδρύματα, επίσης, ιδρύθηκαν χάρη σε χορηγίες και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, όπως στη Βιζύη, στην Τυρολόη (Τσορλού), στην Μάδυτο τα «Γαϊτανάκεια Εκπαιδευτήρια» προσφορά του Χατζή Στεφανή Γαϊτανάκη, στην Αίνο με την οικονομική συνδρομή του αρχιδιάκονου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων Ιώβ, αλλά και του Αινίτη Κ. Κουτσουρέλη (43).
Βέβαια, ο κατάλογος των φιλοπάτριδων Ελλήνων ευεργετών είναι μακρύς και δεν μπορούμε να τον παραθέσουμε στην παρούσα μελέτη. Γίνεται, όμως, αντιληπτό πως, χωρίς τις γενναίες χορηγίες των εύπορων Ελλήνων του εσωτερικού και του εξωτερικού, δεν θα είχε εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό και δεν θα είχε οργανωθεί η εκπαίδευση στις θρακικές περιοχές. Ευτυχώς, που, στους δύσκολους αιώνες που βίωσε και ο θρακικός ελληνισμός, βρέθηκαν άνθρωποι με ευαισθησίες, όραμα για το μέλλον, αγάπη για την πατρίδα και τα γράμματα και συμπλήρωσαν το τεράστιο κενό του επίσημου κράτους, το οποίο εκ των πραγμάτων δεν είχε και πολλές δυνατότητες δράσης. Η συμβολή τους, επομένως, υπήρξε σημαντική στην ανύψωση του πνευματικού επιπέδου των Θρακών και στη προαγωγή των ελληνικών γραμμάτων για την στήριξη και την δυναμική πορεία του Γένους.

ΣΤ΄. Εκπαιδευτικά ιδρύματα στη Θράκη.

Η πνευματική ακτινοβολία των εκπαιδευτικών κέντρων της Θράκης υπερέβη τα γεωγραφικά όριά της και απέκτησε ευρύτερες βαλκανικές και ευρωπαϊκές διαστάσεις. Επιφανείς δάσκαλοι, με επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια, εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις και ιεραποστολικό φρόνημα, εργάστηκαν με ζήλο στα συγκροτημένα σχολεία της Θράκης. Είναι αντιληπτό, ότι στην παρούσα μελέτη δεν μπορούμε να παραθέσουμε το σύνολο των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Θράκης, γι’ αυτό περιοριστούμε στο να παρουσιάσουμε μια γενική, αλλά αντιπροσωπευτική εικόνα της καταστάσεως, χωρίς αξιολογική σειρά. Όπως προαναφέρθηκε, η μεγάλη ανάπτυξη της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στη Θράκη παρατηρείται το δεύτερο μισό του 19ου. Ενδεικτικά, λοιπόν, αναφέρουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1878-1879 λειτουργούσαν σε ολόκληρη τη Θράκη (Βόρεια, Ανατολική και Δυτική) 307 ελληνικά σχολεία πρώτης βαθμίδας (12 νηπιαγωγεία, 147 προκαταρκτικά, 114 δημοτικά σχολεία αρρένων, 34 παρθεναγωγεία) και 43 3λληνικά σχολεία δεύτερης βαθμίδας (36 «ελληνικά», 5 γυμνάσια θηλέων και αρρένων και τα 2 Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια). Τα περισσότερα σχολεία λειτουργούσαν στο σαντζάκι Αδριανουπόλεως, στη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρουμελία) και στα σαντζάκια Σαράντα Εκκλησιών, Ραιδεστού, Καλλιπόλεως, Τσατάλτζας, Γκιουμουλτζίνας και Δεδέαγατς (44). Στη Δυτική Θράκη η ελληνική παιδεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στη Μαρώνεια, στην Αλεξανδρούπολη, στο Σουφλί, στο Διδυμότειχο και στο Ορτάκιοϊ. Στην Ξάνθη στα 1886 λειτουργούσαν 1 ελληνικό σχολείο ή ημιγυμνάσιο, 1 εξατάξια Αστική Σχολή, 1 οκτατάξιο παρθεναγωγείο και 4 νηπιαγωγεία. Όσον αφορά τα περίχωρα της Ξάνθης υπήρχαν σχολεία στα χωριά Γιανίκιοϊ (Σταυρούπολη), Γάβροβον (βόρεια της Ξάνθης), Γιάνιτζε (Γενισέα), Πολύστυλον (Άβδηρα), Κουγιούνκιοϊ (Κιμμέρια), Γιασίκιοϊ (Ίασμος) και Σαλή (νότια του Ιάσμου) (45). Η ελληνική παιδεία, όμως, είχε αναπτυχθεί και σε κάποια Πομακοχώρια στους ορεινούς όγκους της Ροδόπης. Έτσι, ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν στο Αλαμίδερε, στο Τσόκμαν, στο Κάτω και στο Άνω Ραΐκοβο, στο Πασμακλή, στο Λεβότζοβο, στο Πέτκοβο και στο Δερέκιοϊ.

Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν στην Κομοτηνή 1 ελληνικό σχολείο, 2 δημοτικά, 2 παρθεναγωγεία και 1 νηπιαγωγείο. Στις αρχές, όμως, του 20ού αιώνα λειτουργούσαν σε όλο τον καζά της Κομοτηνής 22 ελληνικά σχολεία με 1289 μαθητές. Στο Δεδέαγατς στα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν 1 Αστική Σχολή, 1 παρθεναγωγείο και 1 νηπιαγωγείο. Εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούσαν στις αρχές του επόμενου αιώνα στα χωριά Καβατζήκ, Ρουμτζούκι, Πασμακτσή και Μάκρη, αλλά και σε περιοχές της επαρχίας και μητροπόλεως Λιτίτσης, όπως στο Ορτάκιοϊ, στο Τσεκιρδεκλή και στο Ακ-Ανάλ. Σχολεία συναντάμε, επίσης, στο Σουφλί, στην Κορνοφωλιά, στη Δαδιά, στο Κιουπλί, στο Καγιατζήκ, στο Πάσκλησε, στο Διδυμότειχο (46) κ.α. (47). Επίκεντρο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Θράκη υπήρξε η Αδριανούπολη με μακρά παράδοση (48). Μάλιστα λέγεται ότι στην πόλη αυτή λειτούργησε η αρχαιότερη σχολή της Θράκης, καθώς υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξή της ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Αυτή η σχολή μεταφέρθηκε το 1711 σε κτίριο απέναντι από την Μητρόπολη και κατά τον 18ο και 19ο αιώνα δίδαξαν σ’ αυτήν μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους. Ιδρύθηκαν και άλλες σχολές, οι οποίες εξελίχθησαν σε Γυμνάσια, έτσι ώστε το 1922 μόνο στην Αδριανούπολη υπήρχαν 17 εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εδώ ήταν και η «Μασσαλιώτικη Σχολή» και μετέπειτα «Ροδοκανάκειος Σχολή». Επιπλέον, η ιδιωτική πρωτοβουλία προσέφερε πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα και στην Αδριανούπολη και βοήθησε στην αλματώδη ποιοτική αναβάθμιση της παρεχόμενης παιδείας. Σημαντικά σχολεία λειτουργούσαν και σπουδαίοι δάσκαλοι δίδαξαν και στα υπόλοιπα σχολεία της Ανατολικής Θράκης, όπως στις Σαράντα Εκκλησιές, στον Σκοπό, στη Βιζύη, στην Αγαθούπολη, στη Μήδεια, στο Μπουνάρ-Χισάρ (Βρύση), στη Ραιδεστό, στην Τυρολόη, στην Γανόχωρα, στα Μάλγαρα, στην Κεσσάνη, στην Αίνο (49), στην Καλλίπολη, στους καζάδες Μετρών (50), Σηλύβριας και στα χωριά της επαρχίας Δέρκων (51). Τέλος, σπουδαία κοιτίδα πολιτισμού υπήρξε η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη (52). Ήδη από τον 16ο αιώνα φαίνεται πως λειτουργούσε ελληνικό σχολείο. Την περίοδο 1809-1816 λειτουργούσε ανώτερη σχολή, ενώ μετά το 1834 ιδρύθηκαν και προκαταρκτικά κοινοτικά σχολεία. Το 1851 λειτουργούσε Παρθεναγωγείο, το 1857 ιδρύθηκε η Νέα Κεντρική Σχολή, το 1874/5 τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία με τα παραρτήματά τους και το 1900 ανεγέρθηκε η Μαράσλειος Σχολή.

Αξιόλογη πνευματική κίνηση σημειώθηκε και στην Αγχίαλο, στην Στενήμαχο και στα χωριά της (όπως στο Αμπελίνο και στο Τσιποχώρι), στον Πύργο και φυσικά στη Βάρνα, η οποία συντηρούσε μέχρι το 1907 7 σχολεία. Σχολεία υπήρχαν στη Μεσημβρία, στη Σωζόπολη, στην Κούκλενα, την Περιστερά, τα Άνω Βοδενά και στο Καβακλή. Η Αστική σχολή του Καβακλή, καθώς και η ελληνική σχολή των Καρυών υπήρξαν φημισμένες, δραστήριες και αντανακλούσαν την πολιτιστική ακτινοβολία της περιοχής.

* * *
Καταλήγοντας, να επισημάνουμε τον ευλογημένο και ευγενή ανταγωνισμό του 19ου αιώνα μεταξύ των θρακικών πόλεων, αλλά και μεταξύ επιφανών ή αφανών Θρακιωτών. Σκοπός όλων ήταν η ενίσχυση του έργου της ελληνικής παιδείας, το οποίο είχε επιφορτιστεί κατά κύριο λόγο η Εκκλησία. Σε κάθε πόλη της Θράκης δραστηριοποιήθηκαν, επιπλέον, σύλλογοι και σωματεία, που συσπείρωσαν τους Έλληνες και τους συστράτευσαν με σκοπό την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής καταστάσεως. Η ορμή όλων για την ανάσταση της παιδείας, θα οδηγούσε τελικά στην ελευθερία και στην εθνική αποκατάσταση.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 121. Περισσότερα για το «κρυφό σχολείο», βλ. στο ίδιο έργο σσ. 98-102.
2. Καραθανάσης, Περί τήν Θράκην, σ. 179, Βακαλόπουλος, Ιστορία του βόρειου ελληνισμού. Θράκη, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 78, Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σ. 74. Το κείμενο της συνοδικής εγκυκλίου στου Κ. Σάθα, Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄ (1572-1594), Εν Αθήναις 1870, σ. 91.
3. Περισσότερα για την ακτινοβολία του σπουδαίου αυτού εκπαιδευτικού ιδρύματος, βλ. Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. Α΄-Β΄, Αθήναι 1966-1971, Κ. Χατζόπουλου, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 60 κ.ε.
4. Leake, Researches in Greece, London 1814, σ. 228.
5. Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στην Θράκη, σ. 4.
6. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 22.
7. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 323.
8. Ευ. Κεκρίδης, «Η εκπαιδευτική κατάσταση της Θράκης στις αρχές του 20ού αιώνα:η περίπτωση του Βασιλικού», Θαρκική Επετηρίδα 10 (1995-1998) σ. 245.
9. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 143.
10. Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στην Θράκη, σ. 5.
11. Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α΄, σσ. κδ΄-κε΄.
12. Καραθανάσης, Περί την Θράκην, σσ. 193-194, Κοτζαγεώργη, «Χαρακτήρας και είδος της εκπαίδευσης του περιφερειακού Ελληνισμού: Τα ελληνικά σχολεία στην Αν. Ρωμυλία (Νότια Βουλγαρία), αρχές 19ου αι.-1885», Βαλκανικά Σύμμεικτα 7 (1995), σ. 73.
13. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 337-338.
14. Καραθανάσης, Περί τήν Θράκην, σ. 193.
15. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σ. 343. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τους φωτισμένους παιδα-γωγούς Κων/νο Κούμα, Γρ. Κωνσταντά, Γεω. Γεννάδιο, Βενιαμίν το Λέσβιο κ.ά., οι οποίοι, μεταξύ άλλων, συνέβαλαν στην εισαγωγή της «αλληλοδιδακτικής μεθόδου».
16. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 126.
17. Μπέλια, Εκπαίδευση, σσ. 168-169.
18. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος-19ος αι.), Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 80-81.
19. Ευ. Σαβράμης, «Συμβολή εις την ιστορίαν των σχολείων της Θράκης», Θρακικά 7 (1936), σσ. 144-152.
20. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σ. 32 και 34. Περισσότερα για τον Στ. Καραθεοδωρή, βλ. Μανίκας, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 196-198.
21. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σ. 40 και σ. 42.
22. Μανίκας, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 205-210.
23. Ν. Μουτσόπουλος – Κ. Βακαλόπουλος – Αρ. Κεσόπουλος, Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σσ. 297-298, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica 51, σσ. 34-35 και Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σσ. 45-46.
24. Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σσ. 88-90.
25. Περισσότερα για την παιδεία στην Ξάνθη, βλ. P. Γεωργαντζή, Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης, J;anuh 1976, σσ. 153-158 και Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 353.
26. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 358-359.
27. Από τους «Στατιστικούς πίνακες των εκκλησιών, αγιασμάτων, ιερέων, σχολών, διδασκάλων και μαθητών των ιερών μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου», Θρακικά 15 (1941) σσ. 274-275.
28. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 349-350.
29. Περισσότερα για την παιδεία στην επαρχία Αδριανουπόλεως, βλ. Μανίκα, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 221-397.
30. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 355-356.
31. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 388.
32. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 313-319.
33. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σ. 324.
34. Βλ. Τ. Σταύρος, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος. Το Υπουργείον Παιδείας του Αλύτρωτου Ελληνισμού, Αθήνα 1967.
35. Για τους μεγάλους ευεργέτες, βλ. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σσ. 38-39, Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 348-350, 365, 367, 370, Ν. Μουτσόπουλος – Κ. Βακαλόπουλος – Αρ. Κεσόπουλος, Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σσ. 294-296, Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σσ. 80-84 και Σοϊλεντάκης, Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού, σσ. 52-54.
36. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 525-530.
37. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 522-525.
38. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 542-546.
39. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 539-542.
40. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 470.
41. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 454.
42. Πολ. Στράντζαλης, Η Σχολή της Παναγίας (1833) και το Ζωγράφειο Γυμνάσιο (1893) Κωνσταντινουπόλεως. Συμβολή στην ιστορία της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού, Αθήνα 2003, σσ. 86-87.
43. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 376-381.
44. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 325.
45. Γεωργαντζής, Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης, σ. 155.
46. Για την παιδεία στο Διδυμότειχο, βλ. Κ. Κουρτίδης, «Τα γράμματα εις το Διδυμότειχον κατά τον δέκατον ένατον αιώνα», Θρακικά 13 (1940) σσ. 223-227.
47. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 357-358.
48. Για την εκπαίδευση στην ελληνική κοινότητα Αδριανουπόλεως, βλ. Γ. Κωνσταντινίδης, «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης», Θρακικά 19 (1944) σσ. 39-71.
49. Για τα εκπαιδευτήρια της Αίνου, βλ. Σαμοθράκης, Εκπαιδευτήρια Αίνου επί Τουρκοκρατίας, Θρακικά 17 (1942) σσ. 330-357.
50. Για την εκπαίδευση στην περιοχή των Μετρών, βλ. Αχ. Θ. Σαμοθράκης, «Το Δέλτα του Βυζαντίου», Θρακικά 20 (1944) σσ. 162-182.
51. Στοιχεία για τα σχολεία της επαρχίας, βλ. Αθ. Γαϊτάνος-Γιαννιός, «Από την Ανατολικήν Θράκην. Η επαρχία Δέρκων», Θρακικά 13 (1940) σσ. 108-156.
52. Για τα σχολεία της Φιλιππουπόλεως, βλ. Μυρτ. Αποστολίδης, «Τα ελληνικά εν Φιλιππουπόλει σχολεία επί τουρκοκρατίας και του βουλγαρικού καθεστώτος μέχρι της καταλύσεως της ελλ. κοινότητος», Θρακικά 2 (1929) σσ. 94-121 και Σωτ. Αντωνιάδης, «Η ελληνική εκπαίδευσις εν Φιλιππουπόλει», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 13 (1946-47) σσ. 75-95.

Βιβλιογραφία (κατ’ επιλογήν)

– Αντωνιάδης Σ., «Η ελληνική εκπαίδευσις εν Φιλιππουπόλει», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 13 (1946-47) σσ. 75-95.

– Αποστολίδης Μυρτ., «Τα ελληνικά εν Φιλιππουπόλει σχολεία επί τουρκοκρατίας και του βουλγαρικού καθεστώτος μέχρι της καταλύσεως της ελλ. κοινότητος», Θρακικά 2 (1929) σσ. 94-121.

– Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη, Θεσσαλονίκη 2000.

– Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία της μείζονος Θράκης = Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία της μείζονος Θράκης. Από την πρώιμη οθωμανοκρατία μέχρι τις μέρες μας, Θεσσαλονίκη 2004.

– Γαϊτάνος-Γιαννιός Αθ., Από την Ανατολικήν Θράκην. Η επαρχία Δέρκων», Θρακικά 13 (1940) σσ. 108-156.

– Γεωργαντζής Π., Συμβολή εις την ιστορίαν της Ξάνθης, Ξάνθη 1976.

– Δημαράς Αλ. (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α΄, Αθήνα 1999.

– Ευθυμιάδης Απόστολος, Η συμβολή της Θράκης εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του Έθνους (από του 1361 μέχρι του 1920),

Αλεξανδρούπολη 2005.

– Ηλιόπουλος Θ. «Τσούντας», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica 51 (2007), ss 34-35.

– Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού = Καλαϊτζίδης Νικ., Η επαρχία Ραιδεστού. Από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως έως την Μικρασιατική καταστροφή (1453-1922), Θεσσαλονίκη 2007.
– Καραθανάσης, Περί την Θράκην = Καραθανάσης Αθ., Περί την Θράκην, Θεσσαλονίκη – Αθήνα 1996.
– Κεκρίδης Ευ., «Η εκπαιδευτική κατάσταση της Θράκης στις αρχές του 20ού αιώνα: η περίπτωση του Βασιλικού», Θρακική Επετηρίδα 10 (1995-1998), σσ. 245-246.
– Κούκος – Τσιακίρη, Η προσφορά των Θρακών = Κούκος Μ. – Τσιακίρη Ευ., Η προσφορά Θρακών εκπαιδευτικών στα γράμματα και στο Έθνος, Κομοτηνή 1997.
– Κουρτίδης Κων/νος, «Τα γράμματα εις το Διδυμότειχο κατά τον δέκατον ένατον αιώνα» , Θρακικά 13 (1940) σσ. 223-227.
– Κωνσταντινίδης Κ., «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης» , Θρακικά 19 (1944) σσ. 39-71.
– Leake W., Researches in Greece, London 1814.
– Μανίκας, Η επαρχία Ανδριανουπόλεως = Μανίκας Ιωάννης, Η επαρχία Αδριανουπόλεως. Εθνική, παιδευτική και εκκλησιαστική κίνηση στην Αδριανούπολη (1850-1922), Διδακτορική Διατριβή 1997.
– Μουτσόπουλος Ν. – Βακαλόπουλος Κ. – Κεσόπουλος Αρ., Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
– Μπέλια, Εκπαίδευση = Μπέλια Ελένη, Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912, Θεσσαλονίκη 1995.
– Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Οι Βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος-19ος αι.), Θεσσαλονίκη 2000.
– Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στη Θράκη = Παπαχριστοδούλου Πολ., Η παιδεία στη Θράκη τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνα, Εταιρία Θρακικών Μελετών, Αθήνα 1960.
– Σαβράμης Ευ., «Συμβολή εις την ιστορίαν των σχολείων της Θράκης», Θρακικά 7 (1936), σσ. 144-152.

– Σάθας Κ., Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του Ιερεμίου Β΄ (1572-1594), Εν Αθήναις, Τυπογραφείον Α. Κτενά και Σ. Οικονόμου, 1870.
– Σαμοθράκης Αχ., » Εκπαιδευτήρια Αίνου επί τουρκοκρατίας» , Θρακικά 17 (1942) σσ. 330-357.
– Σαραντής Μιλτ., «Το Δέλτα του Βυζαντίου», Θρακικά 20 (1944) σσ. 162-182.
– Σοϊλεντάκης Νικόλαος, Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού, Αθήνα 1996.
– Στράντζαλης Πολ., Η σχολή της Παναγίας (1833) και το Ζωγράφειο Γυμνάσιο (1893) Κωνσταντινουπόλεως. Συμβολή στην ιστορία της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού, Αθήνα 2003.
– Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία = Χατζόπουλος Κων/νος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991.