Του Νικολάου Λ. Μόττα.

(Επιστημονική Παρέμβαση από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό,  Ζάκυνθος 2009, σελ. 643-652).

Προλογική σημείωση: Πηγή των χωρίων και των επιστολών που περιλαμβάνονται στο κείμενο είναι η έκδοση Τα Άπαντα επί Πανανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εθνικών Θεμάτων (εκδόσεις University Studio Press) που περιλαμβάνει μέρος της ανέκδοτης αλληλογραφίας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ιακώβου με τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, προέδρους και πρωθυπουργούς και της Ελλάδος. Περιλαμβάνονται επιστολές από το 1959 έως το 1996, με τους: Harry Truman, Dwight Eisenhower, John F.Kennedy, Lyndon Johnson, Richard Nixon, Gerald Ford, Jimmy Carter, Ronald Reagan, George Bush Sr, Bill Clinton και με τους Γεώργιο Παπανδρέου, Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Κατά την τριακονταπενταετή θητεία του στο αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο μακαριστός Ιάκωβος είχε στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της δραστηριότητας του τα ελληνικά εθνικά ζητήματα. Από το Κυπριακό πρόβλημα και τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις μέχρι το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας και τη Βόρειο Ήπειρο, ο Αρχιεπίσκοπος ασκούσε -στο μέτρο του δυνατού- την επιρροή του στην εκάστοτε ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Ταυτόχρονα, όντας ανυποχώρητος και θερμός υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών, μεριμνούσε πάντοτε γιά τις κατα- στάσεις που αντιμετώπιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η περί αυτό ελληνο-ορθόδοξη Ομογένεια της Τουρκίας. Αυτή η ευαισθησία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου γιά το Πατριαρχείο, τους ‘Ελληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου ενισχύονταν, βέβαια, και από μία άλλη παράμετρο: το γεγονός ότι και ο ίδιος, ως τέκνο της νήσου Ίμβρου, αισθανόταν “παιδί της μειονότητας”, κάτι που προσέδιδε ένα επιπρόσθετο προσωπικό στοιχείο στην πολύπλευρη αυτή δράση του.

iakovos_nixon
Α. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960 (1959-1969)

Από το ξεκίνημα κιόλας της διακονίας του στην ηγεσία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, ο Ιάκωβος μερίμνησε να ενημερώσει την αμερικανική ηγεσία γιά το status quo κάτω από το οποίο λειτουργούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκφράζοντας έτσι την αγωνία της Ελληνικής Ομογένειας των Ηνωμένων Πολιτειών γιά τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη. Στις 9 Νοεμβρίου του 1959 (χρονιά εκλογής του), ο Ιάκωβος απέστειλε επιστολή στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Dwight Eisenhower [1], με αφορμή την επίσκεψη του δεύτερου σε Αθήνα και Άγκυρα, ζητώντας του να συμπεριλάβει στις συνομιλίες του με την τουρκική κυβέρνηση τα ζητήματα που αφορούσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Επιπροσθέτως, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να πιέσει την Τουρκία ώστε να δοθεί η απαραίτητη υποστήριξη προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι και προς αυτήν την κατεύθυνση παρότρυνε τον αμερικανό πρόεδρο να συναντηθεί προσωπικά με τον πνευματικό ηγέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το παραπάνω αποτέλεσε μόνον την αρχή. Τη δεκαετία του 1960, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος δραστηριοποιείται σε σημαντικό βαθμό προκειμένου να διασφαλιστούν -κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο- οι ελευθερίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και τα δικαιώματα της ολοένα και μειούμενης ρωμέϊκης μειονότητας της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προθέσεων του Αρχιεπισκόπου απετέλεσε άλλωστε και η σχετική επιστολή του (στις 4 Οκτωβρίου 1962) προς τον τέως πρόεδρο Harry Truman [2] στον οποίο απεστάλη -κατόπιν αιτήματος του ίδιου του τ. προέδρου- έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (State Department) αναφορικά με την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η προηγειθείσα περίοδος (ιδιαίτερα τα έτη 1955-59) αποτέλεσε διάστημα ιδιαίτερης πολιτικής έντασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, καθώς είχε προηγηθεί το πογκρόμ διώξεων κατά της ρωμέϊκης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η κατάσταση στην Κύπρο ήταν άκρως τεταμένη. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κάνει έκκληση στον τέως πρόεδρο Τρούμαν να επιδείξει ο ίδιος προσωπικό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο (που αντιμετώπιζε την ολοένα και αυξανόμενη εχθρότητα της Τουρκίας) γνωρίζοντας και μία άλλη, σημαντική, παράμετρο: ότι ο Harry Truman, όντας εν ενεργεία πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής το 1948, είχε ευνοήσει την εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι, μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής.

Παρακολουθώντας στενά τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, ο Αρχιεπίσκοπος θέτει το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης στην 17η Διενιαύσια Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Στις 4 Ιουλίου 1964, η Αρχιεπισκοπή εξέδωσε δελτίο Τύπου στο οποίο γίνεται αναλυτική αναφορά στους διωγμούς που υπέστη η μειονότητα της Τουρκίας, εκδοθέν κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως (ψήφισμα) της Συνέλευσης που έλαβε χώρα στο Ντένβερ του Κολοράντο. Αφορμή είναι οι απελάσεις 1017 ελλήνων της Πόλης, καθώς και η αυθαίρετη δήμευση -αντί ευτελούς τιμήματος- των περιουσιακών στοιχείων 12.500 ρωμιών. Το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης απεστάλη στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson (ο οποίος είχε διαδεχθεί το δολοφονημένο John F. Kennedy) και στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών U. That, καλώντας τη διεθνή κοινότητα να εξασκήσει επιρροή στους κυβερνώντες της Άγκυρας με σκοπό να σταματήσουν οι διώξεις και αδικίες που συντελούνταν.

Αυτό που γίνεται φανερό από το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης του Ντένβερ είναι η προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου να πιέσει ακόμη περισσότερο την αμερικανική ηγεσία, αυτή τη φορά με σκοπό την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των Ηνωμένων Εθνών γιά ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την προστασία των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Η θωράκιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων άλλωστε αποτέλεσε και τον “κορμό” της δράσης του Αρχιεπισκόπου σε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, ο Ιάκωβος είχε την ευκαιρία να συναντήσει και να θέσει τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας σε σημαντικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής της Ουάσινγκτον. Ένας από τους ανθρώπους-κλειδιά ήταν ο Mac George Bundy, ανώτερος πολιτικός σύμβουλος τότε του προέδρου Lyndon Johnson σto Λευκό Οίκο.
Σε σχετική επιστολή του προς τον Bundy, στις 9 Οκτωβρίου 1964, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρεται στην σύνδεση – από πλευράς της Τουρκίας – των γεγονότων στην Κύπρο με την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Δηλαδή, στην προσπάθεια της Άγκυρας να εκμεταλλευτεί εντέχνως την προβληματική πολιτική κατάσταση στην Κύπρο (π.χ. με το πρόσχημα του κινδύνου που διέτρεχαν οι τουρκοκύπριοι), ώστε να δημιουργήσει δυσμενείς συνθήκες τόσο γιά την Ομογένεια της Πόλης όσο και γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατ’ επέκτασιν. Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας, την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κατείγγειλε στην κυβέρνηση Τζονσον είχε τη μορφή “αντιποίνων” και έπαιρνε την περίοδο εκείνη ανησυχητικές διαστάσεις.

Στην επιστολή του προς τον σύμβουλο Bundy, γράφει ο Ιάκωβος (μετάφραση): Από τη στιγμή που η κρίση της Κύπρου έχει, δυστυχώς, συνδεθεί με την κατάσταση της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας, είναι επόμενο οι ελληνικής καταγωγής αμερικανοί να ζητούν από την κυβέρνηση μας (ΗΠΑ) να βοηθήσει στην εξεύρεση μιάς βιώσιμης λύσης γιά το Κυπριακό. (9 Οκτωβρίου 1964). H απάντηση του συμβούλου του αμερικανού προέδρου ήρθε λίγες ημέρες αργότερα (κατ’ εντολή του ίδιου του προέδρου), στις 21 Οκτωβρίου, κάνοντας αναφορά στις προσπάθειες γιά διευθέτηση των ζητημάτων που είχαν ανακύψει από τον τότε πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία κ.Stevenson. Στο ίδιο έγγραφο, ο Bundy επικαλείται δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη ως “θλιβερή επωδό της κοινοτικής εχθρότητας στην Κύπρο” και αναφέρει ότι ο Stevenson προέβη στις ανάλογες παραστάσεις προς την τουρκική κυβέρνηση. Αυτή η κινητοποίηση της διπλωματικής αποστολής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία γιά το συγκεκριμένο ζήτημα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στις πιέσεις που άσκησε ο Αρχιεπίσκοπος το προηγούμενο διάστημα στην αμερικανική ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, ένα σημαντικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω, είναι πως η, κατ’ οποιονδήποτε τρόπο, διασύνδεση του Κυπριακού ζητήματος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας αποτελούσε καθεστώς το οποίο μόνο αρνητικά αποτελέσματα είχε.

Όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν και η Τουρκία προέβη σε νέες απελάσεις ελλήνων ομογενών της Κωνσταντινούπολης, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έθεσε το πρόβλημα στον ίδιο τον πρόεδρο Lyndon Johnson (Επιστολή, 28 Οκτωβρίου 1964). Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα γιά τις πράξεις των τουρκικών αρχών, ο Ιάκωβος κατήγγειλε τα γεγονότα στον ίδιο τον πρόεδρο, καλώντας τον ταυτόχρονα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες άσκησης επιρροής προς την Άγκυρα. Γιά άλλη μία φορά, αλλά τώρα με αποδέκτη τον ίδιο τον ηγέτη της υπερδύναμης, ο Αρχιεπίσκοπος κάνει σαφές ότι η μακροχρόνια πολιτική και διπλωματική κρίση στην Κύπρο δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως “φερετζές” γιά την σταδιακή εξάλλειψη του ελληνικού στοιχείου στην Τουρκία.
Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στην επιστολή του προς τον πρόεδρο Τζόνσον ο Αρχιεπίσκοπος (μετάφραση): Τη στιγμή που ο εκπρόσωπος της τουρκικής αντιπροσωπείας διαβεβαίωνε το Συμβούλιο Ασφαλείας (του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών) ότι δεν θα υπήρχε καμία εχθρική πράξη εναντίον των ελληνικής καταγωγής τούρκων πολιτών, οι αρχές της Τουρκίας έπαιρναν μέτρα, καταργώντας στην πράξη το εκπαιδευτικό σύστημα της ελληνορθόδοξης κοινότητας… (28 Οκτωβρίου 1964).

Οι συνθήκες και οι συμφωνίες που συγκροτούσαν το διεθνές δίκαιο αποτέλεσαν πολλές φορές την πρωμετωπίδα των επιχειρημάτων του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, όταν απεύθυνονταν στην ηγεσία των ΗΠΑ προς υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Η παραβίαση του άρθρου 40 της Συνθήκης της Λωζάνης [3] του 1923 αποτελεί το κύριο θέμα της επιστολής του προς τον πρόεδρο Lyndon Johnson, στις 20 Απριλίου 1965, στην οποία ζητείται η παρέμβαση της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα. Πιό συγκεκριμένα, η επιστολή του Αρχιεπισκόπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: …το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 μεριμνά πως οι μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία πρέπει να έχουν ίσο δικαίωμα στην εγκαθίδρυση, διεύθυνση και έλεγχο (με δικά τους έξοδα) θρησκευτικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, σχολεία και άλλων εκπαιδευτικών οργανώσεων, διατηρώντας το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα ελεύθερα…

Επί της ουσίας, ο Αρχιεπίσκοπος υπενθυμίζει στον αμερικανό πρόεδρο το αυτονόητο συμπέρασμα που πηγάζει από τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών (Λωζάνη), οι οποίες παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταπατούνται μέχρι και σήμερα, κατά παραβίαση των θεμελιωδών θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Αυτό το ζήτημα τέθηκε και πάλι από τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, ο οποίος επανήλθε τον Σεπτέμβριο του 1965 με τηλεγράφημα προς τον Lyndon Johnson zητώντας του να γίνει δεκτός σε ακρόαση, ώστε να του το εκθέσει ο ίδιος, ενώπιος- ενωπίω, την κατάσταση που αντιμετώπιζε το Πατριαρχείο στην Τουρκία. Μιά κατάσταση, που όπως την περιγράφει ο Ιάκωβος στις επιστολές του προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών περιελάμβανε το κλείσιμο χριστιανικών ναών, την προσπάθεια υποβίβασης του Οικουμενικού Πατριάρχη από το τουρκικό κράτος, καθώς και τις προσωπικού τύπου επιθέσεις που δέχονταν ο Επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας από μερίδα του Τύπου.

Ο Ιάκωβος, λοιπόν, παρεμβαίνει ο ίδιος στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, θέτοντας ενώπιον του προέδρου τις αρνητικές ενέργειες εκπορευόμενες από ένα συμμαχικό (προς την Αμερική) κράτος, το οποίο αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει, εμπράκτως, τον Οικουμενικό και πανανθρώπινο ρόλο του Πατριαρχείου και του Πατριάρχη προσωπικά. Η δραστηριότητα αυτή που ανέπτυξε ο Αρχιεπίσκοπος είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς όντας ο συνδετικός κρίκος του Πατριαρχείου με την αμερικανική ήπειρο, ενημέρωνε εκτενώς – και σε τακτά χρονικά διαστήματα – την ηγεσία των Η.Π.Α. γιά ζητήματα που, υπό άλλες συνθήκες, ενδέχεται να χανόντουσαν στο διπλωματικό πλουραλισμό των εξόχως σημαντικών διεθνών θεμάτων που απασχολούσαν την Ουάσινγκτον την περίοδο εκείνη. Στις 30 Μαρτίου του 1966 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Lyndon Johnson στο Λευκό Οίκο. Ο ίδιος περιγράφει τη συνάντηση σε σχετική επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Ήρχισα την έκθεσιν μου με την έκφρασιν των ευχαριστιών μου διά την παρασχεθείσαν τόσον προθύμως ακρόασιν και με την βεβαίωσιν της προσωπικής μου, ως και όλου του ποιμίνου μου, εκτιμήσεως διά την παρεχομένην ευκαιρίαν να αναπτύξω προς αυτόν το θέμα του εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου και της εν Τουρκία Ομογενείας, το οποίον συνέχει τόσον πολύ την ψυχήν μας εδώ. Ο λόγος, εσυνέχισα, διά τον οποίον εζήτησα αυτήν την ακρόασιν, είναι η αύξουσα ανησυχία των ελληνορθοδόξων Aμερικανών ως και των μελών των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Αμερική διά τα υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως συνεχώς επί δεκαετίαν και πλέον λαμβανόμενα περιοριστικά και καταπιεστικά μέτρα, τα οποία αποβλέπουν σήμερον μεν εις την ταπείνωσιν του Οικουμενικού Θρόνου, αύριον δε εις την ολοκληρωτικήν εξουθένωσιν αυτού (30 Μαρτίου 1966).

Η σημαντικότερη, όμως, παράμετρος της συνάντησης του Ιακώβου με τον πρόεδρο Τζόνσον βρίσκονταν σε μία επισήμανση του Αρχιεπισκόπου αναφορικά με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (πρώην Αρχιεπίσκοπος Αμερικής) και την στήριξη που του είχε προσφέρει στην εκλογή του ο τότε αμερικανός πρόερδος Harry Truman. Με αυτόν τον τρόπο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Ιάκωβος επιχείρησε να υπενθυμίσει στον πρόεδρο Τζονσον τον επιπρόσθετο ρόλο του Πατριαρχείου στη Μέση Ανατολή ως “ανασταλτικού παράγοντος” γιά την Σοβιετική διείσδυση. Ακολουθούν τα λόγια του Αρχιεπισκόπου προς τον αμερικανό πρόεδρο όπως ο ίδιος τα περιγράφει στην επιστολή προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Ως ωρισμένως γνωρίζετε, κ.Πρόεδρε, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, κρινόμενος επί της βάσει του ευρυτέρου διαχριστιανικού και ειρηνιστικού πνεύματος, το οποίον ενέπνεεν όλην την πολιτείαν του κατά τα 18 έτη της ενταύθα διακονίας του, παρεκλήθη από την Κυβέρνησιν ενός των προκατόχων σας, του μεγάλου φίλου σας H.S. Truman, να θέση υποψηφιότητα ότε ο Οικουμενικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως ευρίσκετο εν χηρεία κατά το 1948. Και εδέχθη να θέση υποψηφιότητα ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Αθηναγόρας παρορμηθείς από την συνείδησιν του χρέους του, όπως υπηρετήση την πατρίδα του Αμερικήν εις την υπόθεσιν της προαγωγής αγαθών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, και παραλλήλως να εργασθή διά την αναχαίτισιν της Σοβιετικής διεισδύσεως εις την Μέσην Ανατολήν, η οποία Μέση Ανατολή έπρεπε να παραμείνη εις την σφαίραν της επιρροής της Δύσεως, εξασφαλιζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον της ισορροπίας, η οποία και τότε, όπως και σήμερον, κρίνεται ως προϋπόθεσις ειρηνικών σχέσεων μετά των αντιπάλων μας δυνάμεων» (30.4.1966).

Η παραπάνω αναφορά του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου έχει ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό διότι την περίοδο εκείνη οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βρισκόντουσαν στην καρδιά του “Ψυχρού Πολέμου” με τη Μόσχα και οποιαδήποτε υποστήριξη σε περιφερειακό επίπεδο (πόσο δε μάλλον στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή) ήταν απαραίτητη γιά τα συμφέροντα τους. Αυτό που επισημαίνει στον αμερικανό πρόεδρο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος είναι η στρατηγική θέση του Πατριαρχείου, στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας, κάτι που προφανώς του προσέδιδε μιά επιπλέον σημασία σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε αυτό το σημείο, ο Ιάκωβος αξιοποίησε με αριστοτεχνικό τρόπο τον χρόνο που του είχε διεθέσει ο πρόεδρος ώστε να του εξηγήσει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε στην ευρύτερη περιοχή η αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τονίζοντας το ρόλο του Πατριαρχικού θρόνου ως “ειρηνοποιού” θεσμού στην Ευρασία, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε σαφές στον Lyndon Johnson δύο βασικές παραμέτρους:

α) Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπηρέτησε – και υπηρετεί – πιστά την πολιτική ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η επιχείρηση από πλευράς της Τουρκίας να “μειωθεί” σημαντικά ο ρόλος του Πατριαρχείου και να “αποψιλωθεί“ η οικουμενικότητα του ρόλου του θα είχε επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών, οξύνοντας μιά ήδη τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε. Επομένως, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πλήγμα στους στόχους της Ατλαντικής Συμμαχίας (δηλαδή πρωτίστως των Ηνωμένων Πολιτειών) αναφορικά με τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, με στρατηγική σημασία γιά την ευρύτερη περιοχή.
β) Δεύτερον, η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι του Πατριαρχείου το εξουθενώνει σε εκκλησιαστικό και οικουμενικό επίπεδο. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία – και πρόκληση ταυτόχρονα – γιά τη Ρωσική Εκκλησία ώστε να αναλάβει αυτή τα ηνία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η “κυριαρχία” του Πατριαρχείου Μόσχας επί του Οικουμενικού Πατριάρχη, θα ενίσχυε το ρόλο της σοβιετικής κυβέρνησης στην περιοχή (δεδομένου του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τον Ιάκωβο, η ρωσική εκκλησία αποτελεί και σήμερον το όργανον της Ρωσικής κυβερνήσεως, όπως ήτο και επί της κυβερνήσεως των Τσάρων).

Η τακτική, λοιπόν, του Αρχιεπισκόπου στην επικοινωνία του αυτή με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών είχε έναν προφανή στόχο: Να ελκύσει το ενδιαφέρον του προέδρου Lyndon Johnson, συνδέοντας τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη με τα ευρύτερα γεωστρατηγικά συμφέροντα της υπερ- δύναμης. Από την απάντηση δε του προέδρου προς τον Ιάκωβο -όπως ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος την έχει μεταφέρει στην επιστολή προς τον Αθηναγόρα- γίνονται κατανοητά τα εξής: Ότι ο Lyndon Johnson ενημερώθηκε γιά ορισμένες παραμέτρους του ζητήματος τις οποίες δε γνώριζε, ότι αντιλήφθηκε την σημασία που έχει γιά τη σταθερότητα της περιοχής η εύρυθμη και αταλάντευτη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, όμως, επέμενε στην ανάδειξη των κυρίαρχων θεμάτων γιά την Ορθόδοξη Εκκλησία και την ελληνική μειονότητα της Τουρκίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν και άλλες πρωτοβουλίες του (Γερουσία Η.Π.Α., Βουλή Αντιπροσώπων κ.α), οι οποίες ακολού- θησαν την συνάντηση με τον πρόεδρο. Αυτές τις πρωτοβουλίες τις αναφέρει ο ίδιος ο Αρχ. Ιάκωβος σε σχετικό σημείωμα του, στις 7 Απριλίου 1966.

Β. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1970 (1970-1979)

Κατά την δεκαετία του 1970 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε ουσιώδεις παρεμβάσεις, ζητώντας από την αμερικανική κυβέρνηση να δείξει απτό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είναι δε σημαντικό το γεγονός ότι η δεκαετία του ’70 σημαδεύτηκε και από το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (το 1971), ενώ το 1972 πεθαίνει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Ι και τον διαδέχεται ο Δημήτριος. Ήταν, όμως, επόμενο ότι τόσο τα ζητήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και η ελληνική μειονότητα της Πόλης, να περάσουν σε “δεύτερη μοίρα” έπειτα από τα τραγικά γεγονότα στην Κύπρο – ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή το 1974. Παρ’ όλα αυτά, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής παρενέβη στον πρόεδρο Gerald Ford 4 τον Οκτώβριο του 1974, όταν και είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του. Σε αυτήν την περίπτωση, με προφανή τη συναισθηματική του φόρτιση γιά όσα είχαν συμβεί στη μεγαλόνησο, ο Ιάκωβος αναφέρθηκε με σκληρά λόγια γιά την Τουρκία, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Έφυγα από εκεί με ένα βαθύ ψυχικόν τραύμα και παρηκολούθησα εκ του εγγύς τας δηώσεις του 1955, την δίωξιν της Ομογενείας, εξορίας – απαλλοτριώσεις περιουσίας, πράξεις πνευματικής γενοκτονίας, όπως το κλείσιμο σχολείων, του Πατριαρχικού Τυπογραφείου και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Και συνεχίζει λέγοντας προς τον πρόεδρο Φορντ: …και επί πλέον έχω τον Πνευματικόν μου Πατέρα ηλικίας 86 ετών, ο οποίος μου γράφει περί των διώξεων και εκφοβισμού και κακομεταχειρίσεως του στοιχείου μας και περί των συνθημάτων, τα οποία ακούονται περί γενικής διώξεως και εν ανάγκη σφαγής των εναπομεινάντων Ελλήνων της Τουρκίας, οι οποίοι κατά εκατοντάδες καθημερινώς εγκαταλείπουν το πατρώον έδαφος, μεταβαίνοντες εις την Ελλάδα.» (σημείωμα 7 Οκτωβρίου 1974).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος επιχείρησε να μεταφέρει στην επικοινωνία του με τον αμερικανό πρόεδρο και ένα επιπρόσθετο, προσωπικό και βιωματικό στοιχείο. Από την πλευρά του, ο Gerald Ford που ήταν ένοικος του Λευκού Οίκου γιά δύο μόλις χρόνια, έμεινε στην ελληνική συνείδηση γιά δύο κυρίως ζητήματα: πρώτον, την επίθεση που είχε εξαπολύσει εναντίον της απόφασης του αμερικανικού Κογκρέσου γιά “εμπάργκο όπλων” στην Τουρκία και δεύτερον, την σιωπή του στην είδηση της αυτοανακήρυξης της “Τουρκικής Δημοκρατίας της βορείου Κύπρου”, του γνωστού και ως “ψευδοκράτους Ντενκτάς”, το 1975. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική η έντονη δυσαρέσκεια της ελληνικής Ομογένειας της Αμερικής γιά την πολιτική Φορντ, η οποία και εκφράζεται σε σχετικό τηλεγράφημα που απέστειλε στον πρόεδρο, την 14η Φεβρουαρίου 1975, ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μπακόπουλος εκ μέρους του εκατονταμελούς Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου. Τα παραπάνω είχαν μάλλον δημιουργήσει μιά αίσθηση ότι τα ελληνικά εθνικά ζητήματα θα τύχουν καλύτερης αντιμετώπισης μετά την εκλογή του κυβερνήτη της Geοrgia Jimmy Carter [5] στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, που διατηρούσε επαφή με τον Κάρτερ πριν ακόμη την εκλογή του δεύτερου στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, συναντήθηκε με τον πρόεδρο τον Απρίλιο του 1977. Σύμφωνα με δημοσίευμα της ομογενειακής εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ (30.4.1977), πέραν του Κυπριακού ζητήματος, ο Ιάκωβος και ο πρόεδρος συζήτησαν διεξοδικά «το θέμα της παραβιάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους Τούρκους στην Κύπρο, καθώς επίσης και στη νήσο Ίμβρο, γενέτειρα του Αρχιεπισκόπου».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με το τέλος της δεκαετίας του 1970 ουσιαστικά συμπληρω- νεται μιά 20ετία ατα- λαντευτης και προσηλωμένης προσπάθειας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, ώστε να προωθηθούν περισσότερο στο κέντρο του ενδιαφέροντος της αμερικανικής διπλωματίας τα ζητήματα του Πατριαρχείου και η περί αυτό Ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας. Πρόκειται γιά μία δύσκολη περίοδο, κατά την οποία συμβαίνουν γεγονότα που μεταβάλουν συνεχώς την ούτως η άλλως “ρευστή“ φύση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Από τα “Σεπτεμβριανά“ μέχρι της δράση της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και τελικώς την τουρκική εισβολή του 1974, το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης γίνεται δέκτης των αρνητικών συνεπειών, δεδομένου του γεγονότος ότι η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τις πολιτικο-διπλωματικές συνθήκες, προκειμένου να δημιουργήσει προβλήματα στην Ομογένεια της Πόλης. Στην συχνή και περιεκτική επικοινωνία του με την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την εικοσαετία 1959-1979, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος καταδικάζει την πρακτική αυτή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να επικεντρώσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον σε τρία βασικά σημεία:

Πρώτον, το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ελληνική Ομογένεια δεν είναι δυνατό να αποτελούν τα “εξιλαστήρια θύματα” των γεγονότων στην Κύπρο ή των όποιων αρνητικών εξελίξεων λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.

Δεύτερον, ότι η πολιτική της Τουρκίας συνιστά παραβίαση Διεθνών Συνθηκών οι οποίες έχουν υπογραφτεί μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας-Τουρκίας) και τις οποίες οι κυβερνήσεις οφείλουν να σέβονται. Παράδειγμα αποτελεί η Συνθήκη της Λωζάνης, του 1922, περί της ανταλλαγής των πληθυσμών (μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης και Ρωμιοί Κωνσταντινούπολης).

Τρίτον, η γεωπολιτική σημασία του Οικουμενικού θρόνου (στο υπογάστριο της τότε Σοβιετικής υπερδύναμης και κοντά στη Μέση Ανατολή) συνιστά μιά πραγματικότητα που δε μπορεί να περνά απαρατήρητο από την Ουάσινγκτον. Ταυτόχρονα δε, ο Αρχιεπίσκοπος επισημαίνει στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson το γεγονός ότι η ρωσική εκκλησία (άμεσα επηρεαζόμενη από την πολιτική των Σοβιετικών) καραδοκεί, ώστε να αναδειχθεί σε ηγέτιδα πνευματική δύναμη του Ορθόδοξου κόσμου, σε περίπτωση που το Πατριαρχείο δεν είναι σε θέση να παίξει τον οικουμενικό του ρόλο.

Σε μία περίοδο ιδιαίτερη γιά τα αμερικανικά γεωστρατηγικά συμφέροντα (Βιετνάμ, Ψυχρός Πόλεμος) η συμβολή του Ιακώβου αποδεικνύεται ουσίωδης γιά τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας στην Τουρκία. Και αυτό διότι καταφέρνει, πράγματι, να “κεντρίσει” το ενδιαφέρον της ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών με τις δυναμικές και εύστοχες παρεμβάσεις του. Χρησιμοποιώντας τόσο το αξίωμα του ως πνευματικού αρχηγού 3.000.000 περίπου αμερικανών ελληνικής καταγωγής και με όπλο του την “πειθώ” ενός καλού γνώστη των πραγμάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος συνέβαλε σημαντικά στο να αποτελέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικείμενο σοβαρής συζήτησης στην Ουάσινγκτον. Κάτι που, αναμφισβήτητα, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα προώθησης των εθνικών ζητημάτων της Ελλάδας και γιά τις σημερινές ηγεσίες, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν με αποτελεσματικότητα στις απαιτήσεις των καιρών.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1953-1961.
2. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1945-1953.
3. Υπογράφτηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης της Ε.Σ.Σ.Δ.. Το άρθρο 40, εδ.’β, αναφέρει μεταξύ άλλων: …(οι μειονότητες) θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθυνώσι και εποπτεύωσι, ιδίαις δαπάναις, παντός είδους φιλανθρωπικά, θρησκευτικά ή κοινοφελή ιδρύματα, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως εν αυτοίς χρήσιν της γλώσσης των…“. Το άρθρο 41 προνοεί πως ”Εν ταις πόλεσιν και περιφερείες, ένθα διαμένει σημαντική αναλογία υπηκόοων μη μουσουλμάνων, η Τουρκική Κυβέρνησις θα παρέχη, ως προς την δημόσιαν εκπαίδευσιν, τας προσηκούσας ευκολίας προς εξασφάλισιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παροχής, εν τη ιδία αυτών γλώσση, της διδασκαλίας εις τα τέκνα των εν λόγω Τούρκων υπηκόοων.
4. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1974 – 1976.
5. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1976 – 1980.