https://karipeio.wordpress.com

 

Αδελαΐς Ισμυρλιάδου,

Αργυρόκαστρο. Ιστορία – Εκπαίδευση – Κοινωνία 18ος – αρχές 20ου αι., Θεσσαλονίκη 2013, έκδοση Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης και Επιμέλεια έκδοσης Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης

 

1.             Συνοπτική και πολύ πειστική στην συνοπτικότητά της μονογραφία. Την διεξέρχεσαι από την αρχή ως το τέλος με πολύ ερευνητικό ενδιαφέρον και πολλή ευχαρίστηση αναγνωστική. Εισέρχεσαι δι’ αυτής σε ένα άλλο κόσμο, αυτόν του πνεύματος, της διανοήσεως, του επιχειρείν, της παιδείας, της εθνικής υπερηφάνειας, της, άνευ ανταλλαγμάτων και σκοπιμοτήτων ευτελών, εθνικής και πατριωτικής ευεργεσίας˙ μυείσαι στο κόσμο του πατριωτικού πολιτισμού.

Είναι εκπληκτικό και μοναδικό φαινόμενο ότι τόσοι σπουδαίοι και γενναίοι Έλληνες του Εμπορικού Κόσμου, όπως οι αδελφοί Ζωσιμάδες, ο Ριζάρης, ο Ζωγράφος, ο Αρσάκης, ο Μπάγκας, ο Λιάκτσης ή Αναστάσιος Αβραμίδης – Λιάκτσης, ο Ζάππας, ο Σίνας, ο Αφέρωφ, π.χ., φύτρωσαν σε άγονα μικρά και άγνωστα χωριά ή πολίσματα της ίδιας γής. Εδώ στην Ήπειρο, κύρια δε στην πέραν των ελληνικών κρατικών συνόρων ηπειρωτική Γή, στην Νότια Αλβανία, στην επαρχία Αργυροκάστρου. Νεοσσοί – αετόπουλα εδώ γεννήθηκαν, σταυραετοί και υψηπέτες αετοί στην Ελληνορθόδοξη Οικουμένη και στην νέα Ελλάδα αναδείχθηκαν. Και όλοι τους άνθρωποι του επιχειρείν και του εμπορεύεσθαι.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους για την ιστορία, πολιτική και εκκλησιαστική, για την εκπαίδευση και για την κοινωνία και επαρχία Αργυροκάστρου στους δύο υπό έρευνα κρίσιμους αιώνες, τον 18ο και τον 19ο, ως τις αρχές του, απελθόντος προ δεκαετίας, 20ου αι.

Συντρία τα κεφάλαια αυτά ζωής είναι τόσο συνημμένα μεταξύ τους, ώστε έχεις την αίσθηση, καθώς τα μελετάς, ότι όλα κινηματογραφικά και εικονικά είναι μπροστά σου, τόσο αληθινά και απτά. Είναι η σωστή χρήση και έκθεση και κρίση των πηγών και της βιβλιογραφίας και οι επιτόπου έρευνες της συγγραφέως.

Επικεντρώνουμε το κριτικό ενδιαφέρον μας κύρια σ’ αυτά που προσελκύουν στην όλη πλοκή του έργου, ακολουθούντες την διάταξη και έκθεση των γεγονότων, κατά τον Πίνακα Περιεχομένων του βιβλίου.

Μερίζεται σε πέντε κύριες ενότητες. Προηγούνται Πρόλογος, Εισαγωγή και κατακλείουν τα Συμπεράσματα, οι Πηγές – Βιβλιογραφία και Ευρετήριο.

Ο Πρόλογος είναι του φιλογενούς, φιλομούσου, φιλίστορος και φιλοπροόδου Προέδρου της εκδούσης το έργο Αρχής, Καθηγητού Α.Π.Θ. Θ. Δαρδαβέση. Πρόκειται για την νεκραναστηθείσα «Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ανδρών Θεσσαλονίκης».

Ο Πρόλογος, σε μια πρόταση, περιγράφει την πεμπτουσία του έργου: «Στο Αργυρόκαστρο και ειδικότερα στην ανάδειξη της ιστορικής του πορείας, της σύνθεσης του κοινωνικού του ιστού και της προσφοράς των κατοίκων του στην Ελληνική Παιδεία και στο Έθνος αναφέρεται η παρούσα μελέτη» (σελ. 9).

Από την Εισαγωγή (σελ. 11-14) συγκρατούμε τις εξής σκέψεις της. Γι’ αυτήν «δηλωμένο στόχο αποτελεί η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης, κατά το δυνατόν, επιστημονικής τριλογίας» για τα «τρία μεγάλα αστικά κέντρα της Βορείου Ηπείρου (Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Μοσχόπολη)….» και «που θα καλύπτει την εκπαιδευτική, οικονομική και πολιτιστική παρουσία των Ελλήνων» σ’ αυτά (σελ. 11). Το έκαμε, ήδη, για την Κορυτσά το 1997˙ τώρα κάμνει το ίδιο για το Αργυρόκαστρο (2013) και απομένει η Μοσχόπολη. Αποδεικνύει ότι τηρεί τον λόγο της, τα υπεσχημένα.

2.   Άλλες αξιόλογες πληροφορίες για όλους. Ο προσδιορισμός των ορίων  της μελέτης για το Αργυρόκαστρο είναι το «χρονικό διάστημα από τις αρχές του 18ου αιώνα ως  την αυγή του 20ου αιώνα» (σελ. 11). Τότε, «η οικονομική ανέλιξη των Ελλήνων προκάλεσε και την ενεργό συμμετοχή τους στην προσπάθεια πνευματικής και εκπαιδευτικής ανάτασης του Ελληνισμού μετά από ένα διάστημα υποχώρησης στον τομέα αυτό» (σελ.12). Το Αργυρόκαστρο εκτιμάται ως «το οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο των Ελλήνων της ευρύτερης περιοχής από τον 17ο αιώνα ως τις μέρες μας» (σελ.12).

Ειδικότερα τώρα, για τη χρήση των πηγών της, λέγει: «Η μελέτη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον ανέκδοτο Κώδικα της Μητρόπολης Αργυροκάστρου, ένα σημαντικό αρχείο του 18ου αιώνα, το οποίο εντοπίστηκε στα Κρατικά Αρχεία Τιράνων» (σελ. 13). Πουθενά, όμως, ο λόγος για την αξιοποίηση άλλων αξιόλογων για την περίπτωση Εκκλησιαστικών Αρχείων π.χ. του Ιστορικού Αρχειοφυλακείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κπόλεως, στην διοικητική δικαιοδοσία του οποίου υπήγετο κατά την υπόψει περίοδο, μετά την κατάργηση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, το 1767.

 3. Στην κύρια πρώτη ενότητα για το Αργυρόκαστρο στην Γεωγραφία και στην Ιστορία (σελ. 15-40) γράφει, μεταξύ άλλων, η σ. «Το Αργυρόκαστρο αποτελεί βασικό σταθμό στο δρόμο που συνδέει τη νότια με την βόρεια ηπειρωτική ενδοχώρα», «η ευρύτερη περιοχή του Αργυροκάστρου περιλαμβάνει τη Δρόπολη,το Πωγώνι και τη Λιντζουριά», αποτελεί «μια κοινή γεωγραφική ενότητα», «μικρών πόλεων και χωριών κατά μήκος της πανέμορφης κοιλάδας της Δρόπολης, μιας από τις ομορφότερες περιοχές της Ηπείρου» (σελ. 15). Προσθέτουμε εμείς ότι η Αλβανία, ασχέτως καθεστωτικών αλλαγών από της ιδρύσεώς της, χαρακτηρίζει την κοιλάδα της Δρόπολης ως ελληνική μειονοτική ζώνη, ώστε οι αυτόχθονες Έλληνες, που ζούν, πέραν της γεωγραφικής αυτής λωρίδος, να μη λογίζονται μειονοτικοί κατά νόμο, προς απομείωση της αριθμητικής δυνάμεώς τους ως μειονότητος. Να σημειώσουμε την παρατήρησή της ότι η γεωμορφολογική του Αργυροκάστρου «σημασία στον άξονα Ιωαννίνων – Τεπελενίου διαμορφώνει εν πολλοίς την γενικότερη οικονομική πορεία του χώρου» (σελ. 15).

Περαιτέρω, πληροφορούμαστε τα εξής: «Πόλη λοφόεσσα» και «ευάερος» το Αργυρόκαστρο πρωτοαναφέρεται σε επίσημα έγγραφα κατά τον 14ο αιώνα» (σελ. 18) και «θα αποτελέσει ένα από τα βασικότερα κέντρα του Δεσποτάτου της Ηπείρου» και έδρα Επισκόπου, με την ονομασία «Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου» (σελ. 20). «Το Αργυρόκαστρο καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1420, μια δεκαετία δηλαδή πρίν την παράδοση των Ιωαννίνων» και παρέμεινε υπ’ αυτούς «ως τους Βαλκανικούς Πολέμους» (σελ. 20-21).

Η πόλη αποτελούσε για αιώνες το κύριο χριστιανικό κέντρο και τη βάση για την ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής παιδείας της περιοχής. Γι’ αυτό και «το Αργυρόκαστρο αποτελούσε τη φυσική έδρα για το ελληνικό αυτονομιστικό κίνημα, που αναπτύχθηκε την περίοδο 1912-1914 στην Βόρειο Ήπειρο», στην σημερινή Νότια Αλβανία (σελ. 26). Η επιτευχθείσα στα χαρτιά αυτονομία εντός της Αλβανικής Επικράτειας, κατόπιν των αγώνων εκείνων, έμεινε άνευ αντικρίσματος. Διότι «η διαπραγμάτευση των τελικών συνόρων της Αλβανίας (ενν. με την Ελλάδα) είχε ως βασικό διακύβευμα την πόλη του Αργυροκάστρου» (σελ. 36). Υπερίσχυε το κρατικό έναντι του εθνικού διεθνές δίκαιο στην περίπτωσή μας. Γράφει η σ. «Για τους Αλβανούς η διατήρηση του Αργυροκάστρου εντός των ορίων της Αλβανίας αποτελούσε ζήτημα ζωτικής σημασίας, ακόμη και για την βιωσιμότητα του νεότευκτου κράτους» (σελ. 36).

Εν τούτοις, η Ελληνική μειονότητα της Αλβανίας είτε η εντός της δια του νόμου μειονοτικής ζώνης της λωρίδος Δροπόλεως είτε και σ’ άλλα μέρη της Αλβανίας είναι σήμερα μια δυναμική πραγματικότητα. Επίτευγμα κύρια των ίδιων των αυτοχθόνων Ελλήνων. Το ανεπιτυχώς επιχειρούμενο σήμερα ισοζύγιο μεταξύ αυτόχθονος ελληνικής μειονότητος στην Αλβανία και των Αλβανών οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα πρόσφατα (1990 κ.ε.) συνιστά γεωιστορική και γεωπολιτική απάτη και σύγχυση. Μιλούμε για δύο άσχετα μεγέθη μεταξύ τους.

4.  Με την ευκαιρία αυτή, αξίζει να παραθέσουμε τα εθνογραφικά δεδομένα της επαρχίας και της πόλεως Αργυροκάστρου, όπως μας τα προσφέρει η σ., που είναι ενδεικτικά της θέσεως και δράσεως εδώ της Ελληνοορθοδόξου Κοινότητας, των τελών του 19ου και των αρχών του 20ο αιώνα και μέχρι σήμερα.

Τρία στατιστικά στοιχεία είναι αξιοπρόσεκτα˙ των χρόνων: 1869 (του περιοδικού «Πανδώρα», Ιουν. 1969), 1878 (υπόψη Συνεδρίου Βερολίνου) και 1919 (εθνολογικός χάρτης ΓΕΣ Ελλάδος για το Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων).Στατιστική 1869: Έλληνες 18.933, Ελληνοαλβανοί 9.620, και Αλβανοί 5.000. Κατά θρήσκευμα˙ 20.450 Χριστιανοί Ορθόδοξοι και 13.600 Μουσουλμάνοι.Στατιστική 1878: Χριστιανοί 19.000, Μουσουλμάνοι 13.000.

Κατ’ άλλη στατιστική, του 1906του Ελληνικού Προξενείου Ιωαννίνων – Αργυρόκαστρο: Χριστιανοί 13.178 Ελληνόφωνοι, 6.984 Αλβανόφωνοι, σύνολο 20.162. Μουσουλμάνοι: 20.994 Αλβανόφωνοι, Αθίγγανοι 590 μουσουλμάνοι και Αθίγγανοι Χριστιανοί 225. Γενικό σύνολο 41.971 (βλ. πιν. 2, σελ. 37).

       Καταγραφή 1913. Επί συνόλου 228.442 κατοίκων της περιοχής, που διεκδικούσε η Ελλάδα, Έλληνες 51,1% των κατοίκων ˙ χωριά ανατολικά και νότια του Αργυροκάστρου και σχεδόν το σύνολο του Δελβίνου και της Πρεμετής κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες. Έλληνες στην πόλη Αργυροκάστρου περί τους 1.700 (σελ.32-36).

Πολύ ορθά, κατόπιν των ανωτέρω, η σ. κάμνει την διαπίστωση ότι «η πόλη του Αργυροκάστρου και η ευρύτερη περιοχή της διατήρησαν τον ελληνικό πολιτισμικό χαρακτήρα τους ως τις μέρες μας» (σελ. 40).

5. Μερικές σκέψεις ακόμη ειδικότερα για την εκκλησιαστική ιστορία του τόπου, που είναι και γνωστικό αντικείμενο της ακαδημαϊκής μας ιδιότητος. Η εκκλησιαστική ιστορία του τόπου συναρτώμενη αποσπασματικά με την εθνική πορεία του αναδεικνύεται διάσπαρτη δι’ όλης της εργασίας, ενώ θα μπορούσε γι’ αυτήν να προβλεφθεί ίδια παράγραφος. Ασχέτως όμως τούτου, τα όποια παρατιθέμενα και αναλυόμενα στοιχεία ιστορίας της τοπικής Εκκλησίας Αργυροκάστρου είναι λίαν αξιόλογα. Αυτά απαντούν σ’ όλες τις ενότητες (ιστορία, εκπαίδευση, σχολεία, ευεργέτες).

Συμβολή κάποια στην μοναστηριολογία της ευρύτερης περιοχής Αργυροκάστρου συνιστά ο παρατιθέμενος Πίνακας 1 «Κατανομή Ιερών Μονών στην ευρύτερη περιοχή Αργυροκάστρου» (σελ. 25). Από τα στοιχεία της σελ. 29 αρυόμαστε την πληροφορία ότι το 1835 η Επισκοπή  Δρυϊνουπόλεως και Χειμάρας, που είχε ιδρυθεί μόλις το 1832, αποσπάσθηκε από την Μητρόπολη Ιωαννίνων και προήχθη στην Μητρόπολη Αργυροκάστρου, η οποία, δια πολλών περιπετειών της συγχρόνου ιστορίας, επιβιώνει ως σήμερα ως Μητρόπολη της Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Αλβανίας. Στα Αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σώζονται όλες αυτές οι μεταβολές, είτε σε επισκοπικό είτε σε αυτοκέφαλο επίπεδο της περιοχής. Τότε, το 1833-1835, η επαρχία διέθετε ποίμνιο 40.000 χριστιανών (βλ. σελ.29).

Να επισημάνουμε επιπλέον τον Πίνακα 4 (σελ. 56-57) «Σημαντικότεροι Επίσκοποι και Μητροπολίτες της Δρυϊνουπόλεως – Αργυροκάστρου στους νεωτέρους χρόνους». Συνιστά Επισκοπικό Κατάλογο, αποσπασματικό από 1611 ως  το 1828, πλήρη δε από το 1828 ως το 1936. Τα σχόλια, που συνοδεύουν τον κάθε επίσκοπο ή μητροπολίτη Αργυροκάστρου, διαφωτίζουν στιγμιότυπα δράσεως σε εκπαιδευτικά, κοινωνικά και εθνικά ζητήματα Αργυροκάστρου και της ευρύτερης περιοχής του.

Προσελκύει το ενδιαφέρον μας η δράση κάποιων επισκόπων. Π.χ. κατά την δεύτερη θητεία στην επαρχία Αργυροκάστρου του Καλλίστου (1620-1636) ιδρύθηκε το Πρώτο Ελληνικό Σχολείο της πόλεως. Σοφιανός (-1700). Επ’ αυτού ιδρύθηκε η μοναστηριακή σχολή της Πολύτσιανης, το 1672. Ο ίδιος δε αγωνίστηκε κατά των εξωμοσιών και των μεικτών γάμων μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, για να αναγορευθεί τοπικός Άγιος(η μνήμη του γιορτάζεται 26 Νοεμβ.). Στα 40 χρόνια επισκοπείας Δοσιθέου (1760-1799) ευρύτατο πρόγραμμα ανοικοδομήσεως ναών και εκκλησιαστικών σχολών. Επί Ιωακείμ (1828-1835), (μετέπειτα δις Οικουμενικός Πατριάρχης 1860-1863 το α΄ και 1873-1878 το β΄), μεταρρυθμίσεις στο Αργυρόκαστρο προς όφελος των Χριστιανών και αντιπαραθέσεις με την τοπική μουσουλμανική φεουδαρχία. Επί Παντελεήμονος (1848-1868) μεγάλη πρόοδος στην εκπαίδευση και στη ποιμαντική δράση της τοπικής Εκκλησίας. Ενώ ο διάδοχός του Ματθαίος (1868-1876) πρώτος αυτός προώθησε την ιδέα δημιουργίας Παρθεναγωγείου στο Αργυρόκαστρο.  Αρνητικό πρόσημο για την παιδεία του τόπου φέρεται ότι έχει ο Κοσμάς (1889-1892). Γράφει η σ. γι’ αυτόν. «ήλθε σε ρήξη με τον Χρηστάκη Ζωγράφο, επιδίωξε και κατάφερε να κλείσει τα “Ζωγράφεια Διδασκαλεία” στην γενέτειρα του Ζωγράφου στο χωριό Κεστοράτι του Αργυροκάστρου». Τέλος, ο Βασίλειος (1909-1936) υπήρξε βασικό στέλεχος της αυτονόμου Κυβερνήσεως της Βορείου Ηπείρου υπό τον Γ. Ζωγράφο, του Μαρτίου 1914, προσενεγκών εθνικές υπηρεσίες.

6.  Για το ιδεολογικό πλαίσιο και την επισκόπηση της ελληνικής εκπαιδεύσεως στην Ήπειρο και ειδικότερα στο Αργυρόκαστρο και την οργάνωση και λειτουργία των σχολείων στο Αργυρόκαστρο από το 1633 ως τις αρχές του 20ου αι. ο λόγος στις αντίστοιχες τρείς ενότητες (σελ. 44-87).

Κύριος θεσμικός φορέας στην όλη εκπαιδευτική διαδικασία η Διοικούσα Εκκλησία, συνεργοί δε οι Κοινότητες, οι ιδιώτες έμποροι, κύρια οι ευεργέτες και ιδρυτές σχολείων, και οι Συσσωματώσεις, δηλ. Σύλλογοι και Σωματεία. Γράφει η σ. «χάρη στις φιλότιμες πρωτοβουλίες ιδιωτών και την εκκλησιαστική μέριμνα, οι Ηπειρώτες μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τα προνόμια που τους˙ παραχωρήθηκαν από τους οθωμανούς και αφορούσαν στην κοινοτική οργάνωση, τις θρησκευτικές ελευθερίες και την εκπαιδευτική μέριμνα» (σελ. 41). Και αλλού: «Οι μητροπόλεις της Ηπείρου πρωτοστάτησαν σ’ αυτές τις προσπάθειες, ειδικά μετά την μαζική εξωμοσία χριστιανικών πληθυσμών, κυρίως της σημερινής Αλβανίας. Η ίδρυση το 1633 του πρώτου ελληνικού σχολείου στην πόλη του Αργυροκάστρου από τον επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως Κάλλιστο αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, μια πρωτοποριακή κίνηση προς την κατεύθυνση ανανέωσης της ελληνικής εκπαίδευσης» (σελ. 42).

Κι’ άλλοι όμως επίσκοποι ή μητροπολίτες Αργυροκάστρου, μιμούμενοι τον Κάλλιστο, πράττουν το ίδιο˙ ιδρύουν σχολεία, κατ’ ακολουθία των εντολών και προτροπών από το 1593 του Πατριάρχου Κπόλεως Ιερεμία του Β΄προς όλη την ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου για ίδρυση χριστιανικών σχολείων. Εδώ εντάσσεται και ο εκπαιδευτικός ρόλος του Κοσμά του Αιτωλού. Η σ. ανακαλεί στην μνήμη μας την προτροπή του Κοσμά στις περιοδείες του σε πόλεις και χωριά της Ηπείρου. Προέτρεπε ο Κοσμάς τα εξής, εις εφαρμογή και των εντολών του Πατριάρχου: «Να σπουδάσετε και εσείς αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι η Εκκλησίαν μας είναι εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα που ομολογεί η Εκκλησία μας» (σελ. 43-44).

Καλές, βέβαια, οι προτροπές, χωρίς όμως τα αναγκαία οικονομικά μέσα είναι θεωρητικά καλές, πρακτικά όμως χωρίς αντίκρυσμα. Να όμως που το κενό μεταξύ Προτροπής και Πράξεως έρχονται να καλύψουν οι φιλογενείς και ευεργέτες έμποροι Ηπειρώτες – απόδημοι στην Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, κύρια στην Αυστροουγγαρία. Γράφει επ’ αυτού η σ. «Οι απόδημοι Ηπειρώτες διαπρέπουν στις εμπορικές και τις άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητές τους στις παροικίες της Ευρώπης, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν λησμονούν την πατρίδα τους. Υπακούοντας σε έναν ηθικό κώδικα, που ήθελε τους επιτυχημένους Έλληνες του εξωτερικού να προσφέρουν στη φτωχή και υπόδουλη πατρίδα και ταυτόχρονα μετέχοντας σε έναν άτυπο αγώνα για την προάσπιση της υστεροφημίας τους, έμποροι, όπως οι Αδελφοί Ζωσιμάδες, ο Ριζάρης, ο Ζωγράφος, ο Αρσάκης, ο Μπάγκας, ο Ζάππας, ο Σίνας, ο Αβέρωφ και πλήθος άλλων, θα συντελέσει στην αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων και τη μεταμόρφωση της άγονης γής της Ηπείρου σε Κέντρο της ελληνικής παιδείας, ολόκληρο το διάστημα της Τουρκοκρατίας» (σελ. 43).

Η τότε αξιοσημείωτη συμβολή του πολύμοχθου κόσμου των εμπόρων και επιχειρηματιών ανακαλεί στην μνήμη μας και τους σημερινούς επάξιους συνεχιστές τους. Έρχονται, π.χ., στην μνήμη δύο πολύ γνωστοί και σεβαστοί: ο εκλιπών Παναγιώτης Αγγελόπουλος, ευεργέτης της Εκκλησίας Κπόλεως και της πατρίδος του Δημητσάνας και ο πάντα παρών δυναμικά σήμερα μεταξύ μας Αναστάσιος Μπίλλης, ευεργέτης της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, ευρύτερα.

7.  Με την ενότητα για τους «Ευεργέτες τους Αργυροκάστρου» (σελ. 89-96) συνοπτικά ολοκληρώνεται ο προσήκων Έπαινος προς τον θεσμό των ευεργετών της Ηπείρου και δη της επαρχίας και της πόλεως του Αργυροκάστρου. Οι ίδιοι ήσαν κυρίως εκείνοι που λάμπρυναν με δημόσια κοινωφελή μεγαλόπρεπα κτήρια την Κπολη και την Αθήνα, πέραν της γενέθλιας γής.

Πέραν των προμνημονευθέντων ευεργετών, αναφέρονται από την σ. και άλλοι. Όπως: Αδελφοί Μαρούτση, Ιωάννης Ντέκας, Σπυρίδων Ρίζου, Χατζηλέων, Χρήστου Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνου Γεώργιος, Δημήτριος Πολύζου, Ζαρίφης, Συγγρός, Καραπάνος, Σπύρος Πολυζώης, Σπύρος Θεμελής, Ιωάννης, Βασίλειος και Χρήστος Κυρίτζης, Μαργαρίτης Χατζή – Κυρίτζης, Αλέξανδρος Βασιλείου και ο αδελφός του Μιχαήλ Βασιλείου. Όλοι αυτοί «από το 1870 και μετά, με την προσήλωση συμμετοχής των αποδήμων στο εκσυγχρονιστικό όραμα του Χαρίλαου Τρικούπη» προσήλθαν «για την ενίσχυση και την χρηματοδότηση μεγάλων έργων κοινής ωφέλειας, πρόνοιας και άμυνας» στο νεοελληνικό κράτος(σελ. 91).   

         Πόσοι, αλήθεια, από τις νέες γενιές Ελλήνων γνωρίζουν, π.χ., γιατί το σημερινό Ζάππειο των Αθηνών, που το επισκέπτονται, καλείται έτσι και πως προέκυψε το ωραίο αυτό κτηριακό συγκρότημα Πολιτισμού των Αθηνών; Είναι σχέδιο και έργο του Ευάγγελου Ζάππα από το Λάμποβο Αργυροκάστρου για την ανά τετραετία τέλεση εδώ των Ολυμπίων Εκθέσεων. Κρίμα ότι το «Κεφάλαιο ιστορίας του νεοελληνικού ευεργετισμού» είναι terra incognita για τα παιδιά μας, ακόμη και για μας.

8.  Συναρτώμενος, τέλος, με το ευεργετισμό είναι και ένας άλλος θεσμός, συλλογικού χαρακτήρα, ενισχυόμενος μεγάλως από τους ευεργέτες˙ οι Συσσωματώσεις, δηλ. οι Σύλλογοι και τα Σωματεία.  Ορθά επισημαίνεται από την σ. ο ρόλος των ως κοινωνικών υποστηρικτών του σχολικού θεσμού και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, βάσει των προβλέψεων  του Χαττιχουμαγιούν του 1856 και των κατόπιν τούτων Εθνικών ή Γενικών Κανονισμών του 1860 – 1862. Κέντρο πρωτοεμφανίσεως και ιδρύσεως των Συλλόγων αυτών ή Πρωτεύουσα του Οθωμανικού Κράτους, η Κπολη. Από κει διαδόθηκαν στις ανά την Επικράτεια Ελληνορθόδοξες Κοινότητες Πόλεων, κωμοπόλεων και κεφαλοχωριών.

Γράφει η σ. επ’ αυτού: « Ο σημαντικότερος σύλλογος ήταν ο ‘’Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κπόλεως’’,  που ιδρύθηκε το 1861, με σκοπούς καθαρά εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς (σελ. 51), παραπέμποντας στο έργο Χ. Εξερζόγλου, Εθνική ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη του 19ου αι. Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κπόλεως, Αθήνα 1996. Ο ρόλος του˙ «ένα άτυπο Υπουργείο Ελληνικής Παιδείας…» (σελ. 51) εντός της οθωμανικής επικράτειας.

Το κτήριο, δυστυχώς, γκρεμίσθηκε πρό χρόνων για τις νέες πολεοδομικές διαρρυθμίσεις της Πόλης. Σώζεται όμως φωτογραφικά και παραστατικά επί γρανίτη, στην μοναδική μόνιμη Έκθεση Συλλόγων και Σωματείων και άλλων Κοινωφελών Καταστημάτων Κπόλεως, σε γρανίτη, που εκτίθεται στον ισόγειο όροφο του Καριπείου Μελάθρου, με την φροντίδα του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού (Βλ. φωτ. εδώ).

Άλλοι πολυσήμαντοι Σύλλογοι της ίδιας περιόδου του  β΄ημίσεος του 19ου αι.: «Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα – Αγαπάτε Αλλήλους», πρωτοβουλία του Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ του Μεγαλοπρεπούς στην α΄ Πατριαρχεία του, το 1880.  «Ηπειρωτικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως», το 1872, υπό την αιγίδα του πολλού Χριστάκη Ζωγράφου από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου. Εδώ προτίμησε, στο άσημο χωριό του, και όχι ενδεχομένως στην Κπολη, στην Σμύρνη, στην Θεσσαλονίκη ή ακόμη στα Ιωάννινα και στο πλησίον του χωριού το Αργυρόκαστρο, να ιδρύσει τα περίφημα καταστάντα Ζωγράφεια Διδασκαλεία (βλ. περισσότερα σελ. 80-87).

Παρεπιπτόντως να μνημονεύσουμε ότι παρόμοιοι Σύλλογοι με ίδιους σκοπούς ιδρύθηκαν στην Κπολη για την Μακεδονία και την Θράκη και την Ήπειρο. Άλλα παραρτήματά των, τρόπον τινά, ή και άλλα ανεξάρτητα ιδρύθησαν και κατά τόπους των διαμερισμάτων αυτών, όπως προελέχθη.

Ειδικότερα, για την κίνηση των Σωματείων και Συλλόγων αυτών στην Μακεδονία στην εμπεριστατωμένη εργασία του αείμνηστου Καθηγητού Στ. Παπαδόπουλου, Φιλεκπαιδευτική Κίνηση στην Μακεδονία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Πολύ πρωτογενές υλικό για την λειτουργία του θεσμού αυτού απόκειται, προκειμένου για την Μακεδονία, στο Ιστορικό Αρχείο της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Για δείγμα βλ. Αθ. Αγγελοπούλου, Φιλεκπαιδευτικοί και Φιλανθρωπικοί Σύλλογοι εν Μακεδονία κατά τα τελευταία έτη της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη – Σέρραι – Γευγελή, στα «Μακεδονικά» (1971) 342-375.

Παρόμοιες δραστηριότητες στην έδρα του Ελληνικού τότε Κράτους στην Αθήνα. Να μνημονεύσουμε την ίδρυση στην Αθήνα του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», το 1869, υπό την Προεδρεία του πολλού ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου. Ο «Σύλλογος» απέβλεπε, ωσαύτως, στην υποστήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις Ελληνικές Κοινότητες εντός του Οθωμανικού Κράτους, με την συνδρομή εθνικών ευεργετών, και την συνεπικουρία του Ελληνικού Κράτους, στην συνέχεια.

 9.   Η ακροτελεύτια παράγραφος της μονογραφίας (σελ. 98) τα λέγει συμπερασματικά όλα. Γράφει η σ. «Η παρούσα μελέτη, σε συνδυασμό με την προηγούμενη ερευνητική μας ενασχόληση˙ με την Κορυτσά και με την υπό έκδοση εργασία μας για τη Μοσχόπολη, ελπίζουμε να δώσει σε όλους τους φιλίστορες τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με μια ελληνική κοινότητα, που βρέθηκε για παραπάνω από πέντε αιώνες και λόγω της γεωγραφικής της θέσης στο σταυροδρόμι λαών, γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμών, σε μια περιοχή, όπου εντέλει ο ιστορικός και εθνολογικός της χαρακτήρας δεν είναι μόνο ένα ζήτημα ανταγωνισμών, αλλά αποτελεί κυρίως Πολιτισμικό πλούτο για τους ανθρώπους της».

Έτσι, ακριβώς, είναι τα πράγματα. Σε μια πολύ έκρυθμη σήμερα κατάσταση της Πατρίδος μας, από την οποία αμφισβητούνται τα βορειοανατολικά χερσαία, θαλάσσια, και εναέρια, διεθνώς αναγνωρισμένα, σύνορα, με πολλή, μάλιστα, τελευταία, θρασύτητα, έρευνες σαν κι’ αυτή για τις ελληνικές, πολιτισμού και Ιστορίας, ρίζες, πέραν  των κρατικών συνόρων προς Βορρά, εν προκειμένω, είναι καλοδεχούμενες και επιβεβλημένες. Βόρειος Ήπειρος, Βόρειος Μακεδονία, Βόρειος Θράκη, πέραν των συνόρων μας, οι γεωιστορικές αυτές ζώνες πρέπει να τυγχάνουν του ερευνητικού ενδιαφέροντος, κατ’ εξοχήν, προς γνώση και συμμόρφωση. Η γνώση της αλήθειας είναι η γλώσσα της ελευθερίας.

Ακολουθούν φωτογραφίες του βιβλίου

ImageImageImageImageImageImage

 

Image

 

 

8