Ψήφισμα-Επιστολή: Η θρησκευτική πολιτική Erdogan στις σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας

Θεσσαλονίκη, 26 Μαΐου 2010.

Αρ. Πρωτ.: Ε153/2010

ΨΗΦΙΣΜΑ – ΕΠΙΣΤΟΛΗ προς τους Πρωθυπουργούς Ελλάδος και Τουρκίας.

Θέμα: Η θρησκευτική πολιτική Erdogan στις σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας

– Σύμφωνα με τα κείμενα του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού της Ελλάδος 14-5-2010 (www.primeminister.gr), που αφορούν στην κοινή συνέντευξη των δύο Πρωθυπουργών Γ. Παπανδρέου – R. T. Erdogan –

1. Το γενικότερο κλίμα. Εκτιμάται ως θετικό σε διπλωματικό και ανθρώπινο επίπεδο λόγων και συμπεριφορών. Ο Παπανδρέου δηλώνει «συνεργασία σ’ όλους τους τομείς που είναι εφικτό», για να επισημάνει: «Βιώσαμε τα τραγικά αποτελέσματα των σεισμών στην Ελλάδα και στην Τουρκία, αλλά και την έμπρακτη έκφραση ανθρώπινης συμπαράστασης προς και από αλλήλους…απόδειξη της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών μας. Αναπτύχθηκε και αυθόρμητα, αλλά και συστηματικά μετά, και η διπλωματία των πολιτών». Για να επιμείνει στην «συνεργασία» και «προσέγγιση των δύο χωρών», «στην βάση του σεβασμού των αρχών του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας», «των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών». Να δηλώσει, επίσης, ότι η συνεργασία αυτή θα λειτουργήσει «μέσα από τις τακτικές επαφές, δύο φορές το χρόνο σε επίπεδο Υπουργών και μία σε επίπεδο Πρωθυπουργών», που, όμως, «δεν θα πρέπει να εμποδίζεται από πρακτικές, από αμφισβητήσεις, οι οποίες δεν συμβάλλουν στην ειλικρινή προσέγγιση των δύο χωρών, ενώ μάλιστα δεν αποφέρουν κανένα πολιτικό ή ακόμα και νομικό όφελος».

Ο Erdogan απαντώντας στα ανωτέρω δηλώνει: «Στην πραγματικότητα γνωριζόμαστε πολύ καλά». «Δύο πολιτισμοί, δύο ισχυροί ηθοποιοί της ιστορίας αποφασισμένοι να προσθέσουν νέα επιτυχή κεφάλαια στην ήδη υπάρχουσα ιστορία και παρακαλώ τους ιστορικούς του μέλλοντος να σημειώσουν αυτή τη δήλωσή μου». «Πρέπει να μας διέπει πνεύμα καλής γειτονίας και θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες αρχές Δικαίου και καλής γειτονίας». «Εμείς, ως Πρωθυπουργοί, αποφασίσαμε ότι θα συναντιόμαστε σε ετήσια βάση, εναλλάξ, μία φορά στην Τουρκία και μία φορά στην Ελλάδα». «Η αντίληψη της από κοινού δράσης είναι αντίληψη που διέπει την πράξη μας από τώρα και στο εξής». «Εμείς – και είμαι μάρτυρας προσωπικά αυτού του γεγονότος – είχαμε πάντα την Ελλάδα στο πλευρό μας. Μας στήριξε πάντα η Ελλάδα. Και την περίοδο που διερχόμαστε, εγώ πιστεύω θα είμαστε και εμείς στο πλευρό σας». «Η διαδικασία αυτή είναι θέμα αλληλεγγύης, διμερούς και διεθνούς αλληλεγγύης». «Βρισκόμαστε πάλι εδώ, στη χώρα των πιστών μου φίλων, στη χώρα των αγαπημένων μου φίλων».

2. Τα θρησκευτικά ζητήματα στις σχέσεις των δύο χωρών. Αυτά ως «Ίδρυμα Θρησκευτικού Προβληματισμού» μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Πολύ περισσότερο που ο κ. Πρωθυπουργός της Τουρκίας, κατά δήλωσή του στη συνέντευξη, έκαμε γυμνασιακές σπουδές σε «Ιερατική Σχολή» – «Λύκειο» και επομένως είναι άνθρωπος που προβληματίζεται στα θρησκευτικά ζητήματα. Τόνισε: «Είπαμε ότι θα ζητήσουμε από τους υποψηφίους Πατριάρχες να αποταθούν στο αρμόδιο Υπουργείο για να αποκτήσουν την τουρκική ιθαγένεια. Βέβαια, το ίδιο θέμα υπάρχει αντίστοιχα στη Δυτική Θράκη. Δεν υπάρχει εκλεγμένος μουφτής, υπάρχει διορισμένος μουφτής. Πρέπει να γίνουν εκλογές για τη Μουφτεία. Εμείς θεωρούμε και προσμένουμε από την Ελλάδα να κινηθεί με τον ίδιο τρόπο. Τον εκλεγμένο μουφτή να τον επικυρώσει η Ελληνική Κυβέρνηση. Δηλαδή, να υπάρξει μία παραλληλία στο τρόπο με τον οποίο εκλέγονται οι ιεράρχες. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί το εξής: όπως εμείς δεν θεωρούμε δικαίωμά μας να εκλέγουμε Πατριάρχη, έτσι και εσείς θα πρέπει να αναγνωρίζετε το δικαίωμα στη μουσουλμανική μειονότητα να εκλέγει τον δικό της θρησκευτικό ηγέτη. Και νομίζω ότι αυτό το θέμα πρέπει τάχιστα να λήξει».

Επ’ αυτών τα εξής σχόλια. 1) Η πρωθυπουργική θέση αναφέρεται σε ανομοιογενή μεταξύ τους θρησκευτικά ζητήματα, που από τη φύση και τη δομή τους δεν παραλληλίζονται στις δύο θρησκείες ˙ τον χριστιανισμό αφ’ ενός και το ισλάμ αφ’ ετέρου. Συγκεκριμένα, ζητείται εκλογή μουφτή στην Ελληνική Θράκη (που αποκαλεί «Δυτική Θράκη») από την «μουσουλμανική μειονότητα», κατά το πρότυπο εκλογής μητροπολιτών («ιεραρχών»). Επιλέξει: «Δηλαδή, να υπάρξει μία παραλληλία στον τρόπο με τον οποίο εκλέγονται οι ιεράρχες…θα πρέπει να αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην μουσουλμανική μειονότητα να εκλέγει τον δικό της θρησκευτικό ηγέτη». Το ερώτημα. Οι ιεράρχες του Πατριαρχείου των Ρωμιών στην Πόλη (πατριάρχης, μητροπολίτες, επίσκοποι) εκλέγονται από την «χριστιανική μειονότητα των Ρωμιών» της Τουρκίας; Αυτή καμιά θέση δεν έχει στην εκλογή των. Η Σύνοδος των Αρχιερέων τους εκλέγει, κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες και νόμους, και μόνο. Το αυτό ισχύει στην Εκκλησία της Ελλάδος. Γιατί, λοιπόν, η «μουσουλμανική μειονότητα» της Ελλάδας, στην Ελληνική Θράκη, θα καλείται να εκλέγει μουφτήδες; Πού είναι η «παραλληλία», κ. Πρωθυπουργέ; Τί εννοείτε, όταν λέγετε «να υπάρξει μία παραλληλία στον τρόπο με τον οποίο εκλέγονται οι ιεράρχες»; Εξ άλλου, οι ιεράρχες έχουν ιερωσύνη. Οι μουφτήδες δεν έχουν ˙ είναι λαϊκοί νομοδιδάσκαλοι. Υπενθυμίζεται εδώ το Ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνελεύσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΚΣΣτΕ) της 27.1.2010, που απορρίπτει την θεωρία της «αμοιβαιότητος», σύμφωνα και με την Συνθήκη της Λωζάννης.

2) Λέτε, κ. Πρωθυπουργέ, ότι «δεν θεωρούμε δικαίωμά μας να εκλέγουμε Πατριάρχη». Γνωρίζετε ότι η Νομαρχία ΚΠόλεως, δηλ. το ΥΠΕΞ της Τουρκίας, έχει το δικαίωμα, όταν λαμβάνει τον επίσημο Κατάλογο Υποψηφίων Πατριαρχών, υποχρεωτικά αποστελλόμενο από την πλευρά του Πατριαρχείου, να προβαίνει σε διαγραφές υποψηφίων; Πριν τον εγκρίνει, τελικά; Προς πληροφόρησή Σας, στην Πατριαρχική εκλογή του 1972, π.χ., η Νομαρχία ΚΠόλεως διέγραψε από τον Κατάλογο υποψηφίων περί τους 10 υποψηφίους. Μερικούς, μάλιστα, απ’ αυτούς Κορυφές της Χριστιανοσύνης; Με το δικαίωμα των διαγραφών ελέγχονται, ναι ή όχι, η πατριαρχική εκλογή και ο Πατριαρχικός θεσμός προς υποτίμησή τους;

3) Λέτε ότι στην Ελληνική Θράκη «δεν υπάρχει εκλεγμένος μουφτής, υπάρχει διορισμένος μουφτής». Μπορείτε να μας πληροφορήσετε, πώς αναλαμβάνουν στη Χώρα Σας τα καθήκοντά τους οι μουφτήδες; Δι’ εκλογής ή διά διορισμού; Είναι νόμος και έθος σ’ όλες τις μουσουλμανικές, και δη αραβικές χώρες, και στην Τουρκία, μάλιστα, οι μουφτήδες να προέρχονται από διορισμό της Πολιτείας. Στην Τουρκία οι μουφτήδες διορίζονται κατευθείαν από την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων. Σεις όμως «απαιτείτε», τρόπον τινά, εκλογές μουφτήδων στην Ελλάδα και μας εισηγείσθε ότι «το θέμα πρέπει τάχιστα να λήξει». Πόσο «τάχιστα», κ. Πρωθυπουργέ; Όσο επί τριάντα χρόνια επιλύεται, π.χ., το θέμα μιας Θεολογικής Σχολής της Χάλκης; Στην Ελλάδα το υπάρχον Καθεστώς υφίσταται και λειτουργεί άριστα, που σέβεται και την Σαρία εις εφαρμογή του Κορανίου, επειδή πρόκειται για θρησκευτική μειονότητα, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης και του ισχύοντος νόμου 1920/1991.

4) Παραλληλίζετε, μάλλον ταυτίζετε, – έτσι φαίνεται – την Μουφτεία και τους μουφτήδες με το Πατριαρχείο και τον Πατριάρχη των Ρωμιών. Ο Ρωμιός όμως Πατριάρχης, στο σύστημα διοικήσεως της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας στον Κόσμο όλο, δεν είναι μόνο Πατριάρχης των Ρωμιών της Τουρκίας (ΚΠολη – Ίμβρος – Τένεδος), αλλά και ο Πρώτος Ιεράρχης των 400 περίπου εκατομμυρίων Χριστιανών Ορθοδόξων. Οι μουφτήδες της Ελλάδος, στην Ξάνθη, Κομοτηνή και Διδυμότειχο, είναι θρησκευτικοί υπεύθυνοι των τοπικών μουσουλμανικών κοινοτήτων, όπως και οι μητροπολίτες των ιδίων επαρχιών. Μιλούμε για ανόμοια θρησκευτικά καθεστώτα. Πέραν του ότι τα του Πατριαρχείου των Ρωμιών ειδικά ρυθμίσθηκαν όχι διμερώς αλλά διά διεθνών Συνθηκών (π.χ. Συνθήκη Λωζάννης).

5) Δηλώνετε στη συνέντευξη. «Είπαμε ότι θα ζητήσουμε από τους υποψηφίους Πατριάρχες να αποταθούν στο αρμόδιο Υπουργείο για να αποκτήσουν την τουρκική ιθαγένεια». Είναι προς τιμή Σας ότι δείχνετε ενδιαφέρον να λειτουργήσουν οι θεσμοί διοικήσεως του Πατριαρχείου εύρυθμα, γιατί το ποίμνιό του στην Τουρκία μειώθηκε δραματικά από 200 χιλιάδες περίπου το 1922 μόλις σε 3 χιλιάδες, υπαιτιότητι της παρελθούσης τουρκικής ανθελληνικής πολιτικής, εθνοκαθαρτικής, κατ’ ουσία. Κάματε νόμο γι’ αυτό που είπατε ή απλώς στηριζόμαστε στον προφορικό πρωθυπουργικό λόγο τιμής; Στην Ελλάδα, κ. Πρωθυπουργέ, αυτοδίκαια σχεδόν παίρνουν άδεια παραμονής και ιθαγένεια οι θρησκευτικοί λειτουργοί, εκ του εξωτερικού προερχόμενοι, για τις θρησκευτικές ανάγκες των θρησκευτικών κοινοτήτων της Χώρας. Αντί, λοιπόν, πρωθυπουργικής προφορικής υποσχέσεως, που διευκολύνει πάντως το Πατριαρχείο, Εσείς μας ζητάτε αλλαγή του θρησκευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα για την θρησκευτική μειονότητα της Συνθήκης της Λωζάννης. Δηλαδή, μας ζητάτε η Ελληνική Πολιτεία να αποκηρύξει τους νομίμους μουφτήδες, δημοσίους Λειτουργούς, που προτείνονται προς διορισμό από σώμα αντιπροσωπευτικό (βάσει του νόμου 1920/1991), και να αναγνωρίσει τους παρανομούντες δύο Ψευδομουφτήδες, τάχα εκλεγμένους (και από ποιους;), προστατευομένους του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής.

6) Το ζήτημα, κ. Πρωθυπουργέ, δεν το δημιουργήσατε Σεις. Είναι πολιτική επί τόπου του Προξενείου της Τουρκίας προς ανατροπή του νόμου και του έθους και των Διεθνών Συνθηκών. Η τακτική αυτή έχει ξεσηκώσει τους πολίτες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, στις τοπικές κοινωνίες. Συλλέγονται υπογραφές για την απομάκρυνσή του, ως διασπώντος τούτου την κοινωνική συνοχή μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων και μεταξύ των Μουσουλμάνων (Πομάκων, Ρομά, Τουρκογενών κ.λπ.). Έτσι προάγονται οι αρχές της καλής γειτονίας; Εις βάρος των διεθνών συνθηκών και της επιτοπίου εννόμου τάξεως και αρμονικής συμβιώσεως των συμπολιτών, ασχέτως θρησκεύματος;

7) Είναι βαθειά επιθυμία Σας να ανακαινισθεί και λειτουργήσει το Φετιχιέ Τζαμί στο Μοναστηράκι των Αθηνών. Ο Πρωθυπουργός μας Σας το υποσχέθηκε. Ευχόμαστε να είσθε ο πρώτος επίσημος που θα προσευχηθεί σ’ αυτό το ιστορικό Τζαμί, που θα είναι εύλογα Μουσείο αλλά συγχρόνως και χώρος προσευχής των επισήμων επισκεπτών από τις Μουσουλμανικές Χώρες, που διατηρούν άριστες παραδοσιακές σχέσεις με την Ελλάδα. Αντί της προσφοράς αυτής, Σεις δηλώσατε ότι θα σεβασθείτε τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το Ορφανοτροφείο Πριγκήπου. Αυτό δεν λέγεται ούτε νοείται πρωθυπουργική αντιπροσφορά. Είναι επιστροφή αρπαγείσης διά νόμου του τουρκικού Κράτους ξένης περιουσίας, περιουσίας των Ρωμιών της Πόλης. Το αντίστοιχο, κατ’ ουσία, θα ήταν κάτι παρόμοιο. Να δοθεί, π.χ., η ιστορική Μονή Παντοκράτορος, κοντά στο Πατριαρχείο των Ρωμιών στο Φανάρι, για τις άμεσες ανάγκες του. Το είχε υποσχεθεί ο Menderes, όταν ως Πρωθυπουργός (ήταν ο πρώτος και τελευταίος Πρωθυπουργός που επισκέφθηκε το Πατριαρχείο) ήλθε να χαιρετήσει στην έδρα του τον Μεγάλο Πατριάρχη Αθηναγόρα, που τον αποκαλούσε evliya – άγιο, εκπλαγείς για την ταπεινή στέγη του Πατριαρχείου. Σήμερα το Πατριαρχείο έχει αξιοπρεπή, εντούτοις λιτή, στέγη, παρ’ όλη την ανακαίνιση καείσης πτέρυγος, με πρωτοβουλία του Ozal. Ασφυκτιά. Δεν μπορεί να παράσχει φιλοξενία και να υποδεχθεί αξιοπρεπώς τους επισήμους και απλούς επισκέπτες και προσκυνητές, καταχωνιασμένο σε γωνιά του Φαναρίου, στον Κεράτιο Κόλπο. Ας μη πούμε, ότι κάτι αντίστοιχο στην προσφορά του Πρωθυπουργού μας θα ήταν η ανακοίνωσή Σας στην Αθήνα ότι εδόθη η άδεια επαναλειτουργίας της Σχολής της Χάλκης, που ως ιεροσπουδαστής Εσείς επισκεφθήκατε.

8 ) Τελειώνοντας τους σχολιασμούς στα θρησκευτικά ζητήματα, όπως τα παραπάνω, φρονούμε ότι έχετε όντως αγαθές προθέσεις. Επιθυμείτε την εξομάλυνση όχι μόνο των μεγάλων αλλά και των μικρών ζητημάτων στα θρησκευτικά ζητήματα της Χώρας Σας. Η Εγκύκλιος της 13ης Μαΐου 2010 για το καθεστώς των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων είναι τεκμήριο αγαθό. Μέλλει να αποδειχθεί πώς τα διοικητικά όργανα του Κράτους θα την εφαρμόσουν. Από την συνέντευξή Σας κρατούμε την κατακλείδα. «Βρισκόμαστε πάλι εδώ, στην χώρα των πιστών μου φίλων, στην χώρα των αγαπημένων μου φίλων». Δεχθείτε τα ανωτέρω ως έκφραση της «διπλωματίας των πολιτών», που πιστεύουν στην ελληνοτουρκική προσέγγιση των πολιτών, για την οποία το Ίδρυμά μας – Βραβείο A. Ipekçi – είναι ταγμένο.

Με πολλή τιμή και τις καλύτερες ευχές για συνεργασία με τον κ. Πρωθυπουργό μας «σ’ όλους τους τομείς που είναι εφικτό», «στη βάση του σεβασμού των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας», που συνομολογήσατε στην κοινή συνέντευξή Σας.

16η Γενική Συνέλευση των Τακτικών Μελών του Καριπείου Μελάθρου της Τετάρτης 26 Μαΐου 2010

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: – Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο

– Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο

– Υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας

– Αρχηγούς Ελληνικών Κομμάτων

– Μ.Μ.Ε. και Ηλεκτρονικό Τύπο

Αθανάσιος Αγγελόπουλος: Η Ελλάδα κράτος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κοινωνίας των Ελληνορθόδοξων

Του Αθανασίου Α. Αγγελόπουλου, καθηγητή Πανεπιστημίου, Προέδρου του Ι.Ε.Θ.Π.

Επανήλθε η συζήτηση για τα θρησκευτικά σύμβολα στο κράτος. Αφορμή, απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για καθαίρεση των συμβόλων στα σχολεία της Ιταλίας.

Δύο γνώμες προσέλκυσαν το ενδιαφέρον μου ως ιστορικού και δη εκκλησιαστικού ιστορικού: του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου και του αντιπροέδρου ε.τ. του ΣτΕ Αν. Μαρίνου (βλ. εφ. «Απογευματινή» 10/11 και 16/11 και «Βήμα» 22/11).
Ο κ. καθηγητής γνωματεύει υπέρ της απόφασης του ΕΔ με σκεπτικό ότι άλλο είναι το κράτος και άλλο η κοινωνία. Λέγει: «Η κοινωνία δικαιούται να έχει θρησκευτικές απόψεις. Το κράτος είναι αυτό που δεν δικαιούται να θρησκεύεται» για τα δικαιώματα «στις μειονότητες και στους μεμονωμένους πολίτες» («Απογευματινή» 10/11).
Η διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας ανατρέχει στην ιστορική αντιπαλότητα της θρησκεύουσας κοινωνίας, στο πρόσωπο του Ρωμαιοκαθολικισμού – Παπισμού, στην Αρχή των εθνικών κρατών στη Δύση (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία). Η λύση στο πρόβλημα (παπικό κράτος, θρησκευτικοί πόλεμοι κ.λπ.) ήταν ο πλήρης ή μετριοπαθής χωρισμός κράτους και θρησκείας, είτε βίαια είτε από συμφώνου. Έτσι κάπως συγκροτήθηκαν τα λαϊκά κράτη της Ευρώπης, με ακραία περίπτωση τη Γαλλία. Μη λησμονούμε ότι εδώ φυλακίστηκε ο Πάπας. Ο τελευταίος περιορίστηκε στο κράτος-σύμβολο του Βατικανού.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Τι αναλογία μπορεί να υπάρχει μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας π.χ. ή Ιταλίας, ως προς τις γενεσιουργές αιτίες ίδρυσής τους; Καμία. Η Ελλάδα ως κράτος συγκροτήθηκε όχι λόγω αντιπαλότητας θρησκείας και κοινωνίας, αντιθέτως μάλιστα, ένεκα της πολλής στενής συνεργασίας των δύο, στην ουσία του ενός, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν και παρέμεινε λαϊκή, από τα σπλάχνα του λαού. Προέκυψε κράτος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κοινωνίας του Ελληνορθόδοξου γένους.
Πώς αυτό; Η Εκκλησία λειτούργησε ως μπροστάρης στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Περί τους 80 αρχιερείς και περίπου 8.000 ιερείς έδωσαν το αίμα τους· πέραν των υλικών προσφορών σε αμέτρητο χρήμα και ενδιαιτήματα (μονές, μετόχια, εκκλησιές, ιδρύματα κ.λπ.). Οι πρωταγωνιστές της ελευθερίας με λόγους, γραπτά και συμπεριφορές μιλούν γιατί αγωνίστηκαν και για ποιο κράτος, «για του Χριστού την πίστη την αγία και για της πατρίδος την ελευθερία». Η πίστη αυτή αποτυπώθηκε στο εθνικό σύμβολο, τη σημαία με τον σταυρό και τα χρώματα της Ελλάδος, το άσπρο και το γαλάζιο. Έτσι εξηγείται ότι στις πρώτες κυβερνήσεις της επαναστατημένης Ελλάδος οι αγωνιστές κληρικοί-επίσκοποι διορίζονταν υπουργοί Δικαιοσύνης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Έκτοτε, η συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας προάγεται ποιοτικά στο πλαίσιο σιγά σιγά σαφών διακριτών ρόλων στο ίδιο κράτος, όπου ως σήμερα το 98% των πολιτών της ανήκουν χαλαρά ή σφιχτά στο περιβάλλον αυτής της ελληνορθοδοξίας. Σήμερα, μάλιστα, η διακριτότητα αυτή ρόλων κατέστη σχεδόν ιδανική, με το σύστημα όχι χωρισμού αλλά περίπου συναλληλίας σχέσεων. Η Εκκλησία είναι ανεξάρτητη στα του οίκου της, ως προς την όλη διοίκησή της, χωρίς κυβερνητικούς, τέως βασιλικούς, επιτρόπους και γενικούς γραμματείς και Φαρισαίους. Συνεργασία ασκείται στην κοινωνία των πολιτών και πιστών, άσχετα από θρήσκευμα και χρώμα, μειοψηφίες ή πλειοψηφίες πάσης φύσεως. Εδώ να τονιστεί η ύπαρξη από τη Συνθήκη της Λωζάννης και μιας επίσημης θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας, πρότυπο-παράδειγμα ίσων δικαιωμάτων με τους συνοίκους χριστιανούς. Σεβασμός από κοινού ορίζεται στα θρησκευτικά σύμβολα και στη θρησκευτική αγωγή των βαλλόμενων για τους προεκτεθέντες ιστορικούς και πολιτισμού λόγους. Αυτά κατοχυρώνουν το Σύνταγμα, οι νόμοι και για την Εκκλησία της Ελλάδος ο Καταστατικός Χάρτης – Κώδικας του Κράτους, κατά τους θ. και ι. κανόνες της. Για τέτοιο κράτος έχυσαν το αίμα τους οι προπάτορές μας. Σεβαστή και φίλη η γνώμη, σεβαστότατη και φίλτατη όμως η αλήθεια.
Εξάλλου η γνώμη του κ. Μαρίνου εδράζεται σ’ αυτήν την ιστορική και σημερινή πραγματικότητα συμπόρευσης Πολιτείας και Εκκλησίας στο ίδιο κράτος. Συμπεραίνει: «Στην Ελλάδα και με βάση τα οριζόμενα στο ελληνικό Σύνταγμα, δεν θεσπίζεται χωρισμός Κράτους από την Εκκλησία ούτως ώστε να κάνουμε λόγο για λαϊκό κράτος και συνεπώς για υποχρέωση τηρήσεως θρησκευτικής ουδετερότητας εκ μέρους της Πολιτείας και, κατ’ επέκτασιν, για απαγόρευση αναρτήσεως θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους». («Βήμα» 22/11.)
Κατοχυρώνεται το συμπέρασμα με την απόφαση του ΕΔΑΔ για το ανακύψαν ζήτημα της Ιταλίας, που έχει δεδομένο το γεγονός ότι η Ιταλία έχει καθεστώς λαϊκού κράτους, όπως και η Γαλλία, πλην της Αλσατίας και της Λωραίνης, όπου υφίσταται σεβασμός των θρησκευτικών συμβόλων, κατόπιν συμπόρευσης Πολιτείας και Εκκλησίας επιτόπου. Η απόφαση δικαιολογεί και τον σεβασμό των θρησκευτικών συμβόλων και στην Ελλάδα, λόγω ιστορίας και κληρονομιάς, όπως στην Αλσατία.
Επί λέξει η απόφαση για την Ιταλία στις υπ’ αριθμ. 30 και 38 διατυπώσεις-αιτιολογήσεις: «Με την επιβολή της υποχρεώσεως να εκτίθεται ο Εσταυρωμένος στις σχολικές αίθουσες διδασκαλίας, το Κράτος προσδίδει στη ρωμαιοκαθολική θρησκεία μια προνομιακή θέση…», διότι «…η έννοια του λαϊκού Κράτους (όπως η Ιταλία δική μας διευκρίνιση) σημαίνει ότι το Κράτος πρέπει να παραμένει ουδέτερο και να τηρεί ίσες αποστάσεις έναντι των θρησκειών».
Αντιθέτως «…οι εθνικές Αρχές έχουν ένα ευρύ πλαίσιο εκτιμήσεως επί θεμάτων σύνθετων και ευαίσθητων, συνδεδεμένων στενώς με την πνευματική καλλιέργεια και την Ιστορία… στην Ευρώπη υπάρχει ποικιλία στάσεων έναντι του ζητήματος αυτού όπως π.χ. στην Ελλάδα όπου για όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές τελετές προβλέπεται η ενεργός συμμετοχή ενός λειτουργού της ορθόδοξης λατρείας, επιπλέον δε τη Μεγάλη Παρασκευή υπάρχει εθνικό πένθος και όλα τα γραφεία και τα εμπορικά καταστήματα είναι κλειστά, όπως ακριβώς στην Αλσατία» (βλ. «Βήμα», 22/11).
Κατόπιν τούτων, ο πολίτης διερωτάται γιατί τόση πρεμούρα για την καθαίρεση των ιερών συμβόλων στην πατρίδα μας; Αφού και το ΕΔΑΔ κατά τα ανωτέρω δεν διαφωνεί; Η πατρίδα μας πάσχει από άλλα ουσιώδη: τη διαφθορά και την αναξιοκρατία του κράτους, την τρομοκρατία και την υπονόμευση της ποιοτικής δημοκρατίας. Τα θρησκευτικά σύμβολα μας θυμίζουν τις αρχές της αρετής και της δικαιοσύνης κατά της διαφθοράς, της αξιοκρατίας κατά της αναξιοκρατίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας κατά της τρομοκρατίας για τις οποίες οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν για να έχουμε εμείς σήμερα κράτος. Εάν θέλουμε άλλο κράτος, αυτό είναι ζήτημα της κοινωνίας και όχι μεμονωμένων πολιτών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Παρόν» στις 6/12/2009 και επαναδημοσιεύθηκε, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, στην «Απογευματινή» και στην εφημερίδα «Ολύμπιο Βήμα» της Κατερίνης.