Αναφορές Προξένων προς το Υπουργείο Εξωτερικών γιά την Επανάσταση του Ολύμπου (1878)

Tο Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010, ο Διευθυντής του Ιδρύματος και υποψ. διδάκτωρ Θεολογίας κ. Δημήτριος Κουτρούλας εκφώνησε την πανηγυρική ομιλία κατά την εκδήλωση γιά τον εορτασμό της επανάστασης του Ολύμπου στο Λιτόχωρο Πιερίας. Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας με θέμα «Αναφορές Προξένων προς το Υπουργείο Εξωτερικών γιά την Επανάσταση του Ολύμπου (1878)»:

Η Επανάσταση του Ολύμπου του 1878, η οποία ξεκίνησε από τούτα τα χώματα του Λιτοχώρου, ακόμα και ύστερα από 132 χρόνια, παραμένει επίκαιρη και κατ’ αξίαν εορτάζεται με λαμπρότητα, καθώς εν ευθέτω χρόνω συνέβαλε τα μέγιστα στην απελευθέρωση ολόκληρης της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό. Για να κατανοήσουμε, όμως, την σπουδαιότητά της, οφείλουμε να την εντάξουμε και εξετάσουμε μέσα στο γενικότερο πολιτικοστρατιωτικό και διπλωματικό σκηνικό της εποχής. Ήδη κατά τη δεκαετία του 1860 και 1870 γενικό επαναστατικό πνεύμα επικρατούσε στη χερσόνησο του Αίμου. Η αντίδραση εναντίον των οθωμανικών βαναυσοτήτων ήταν γενική και η ιδέα της ελευθερίας είχε ωριμάσει στη συνείδηση των λαών. Έτσι, παρατηρείται μια ευρεία προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης, η οποία εκδηλώθηκε με επαναστατικά κινήματα και με την ίδρυση εταιρειών και επιτροπών, που θα προετοίμαζαν το γενικό ξεσηκωμό εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Ύστερα από πολλές προετοιμασίες ιδεολογικές και οργανωτικές των Βαλκανικών λαών, ξέσπασε η πρώτη εξέγερση το 1875 στην Ερζεγοβίνη, η οποία οδήγησε στη Βαλκανική κρίση του 1875-1878. Στη φάση αυτή, και ενώ η Βοσνία, η Ερζεγοβίνη, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο αναπτύσσουν συντονισμένη δράση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οδηγούν σε κρίσιμη φάση το Ανατολικό Ζήτημα, η Ελλάδα δεν δράττει της σημαντικότατης αυτής συγκυρίας και θυσιάζει τα μεγαλοϊδεατικά της σχέδια στο βωμό των Αγγλικών συμφερόντων. Εξάλλου, κάθε μία από τις 3 Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία) επιθυμούσε, κατά το δοκούν, την διατήρηση ή την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η στάση, που τήρησε κάθε ευρωπαϊκή δύναμη σ’ αυτήν την κρίση, εξαρτήθηκε από τη γενικότερη πολιτική της και από τα συμφέροντα που είχε στα Βαλκάνια. Η Αγγλία ενδιαφερόταν κυρίως για τα αποικιακά της συμφέροντα και επιθυμούσε να διατηρήσει τον έλεγχο της Μεσογείου, μέσω της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αντίρροπης δύναμης στη ρωσική διείσδυση στο μεσογειακό χώρο. Η Αυστρία πάλι επιθυμούσε να εισέλθει στα Βαλκάνια εμποδίζοντας ταυτόχρονα τη δημιουργία ενός μεγάλου Νοτιοσλαβικού κράτους. Οι δε ομόθρησκοι Ρώσοι ήθελαν να αποκτήσουν ξανά ελεύθερη δίοδο από τα Στενά του Ελλησπόντου και να τερματίσουν την απομόνωσή τους στη Μαύρη Θάλασσα. Καθοριστικό σημείο, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877, ο οποίος οδήγησε στην Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τον επόμενο χρόνο, ως συνέπεια της νίκης της Ρωσίας. Σύμφωνα με έναν από τους όρους της ιδρύθηκε η «Μεγάλη Βουλγαρία» σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων, που θα περιλάμβανε την Δυτική Θράκη και ολόκληρη την Μακεδονία, εκτός από την Θεσσαλονίκη και την Χαλκιδική. Και μολονότι, κατά την περίοδο της κρίσης και κατά την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου, στο Ελληνικό Βασίλειο, οι Κυβερνήσεις παραιτούνταν διαδοχικά η μία μετά την άλλη τηρώντας ουδέτερη θέση στις ευρύτερες εξελίξεις, έντονη προπαρασκευαστική δραστηριότητα αναπτύχθηκε από άτομα και συλλόγους στην Αθήνα και σε επαρχιακές πόλεις. Σκοπός των εθνικών αυτών επιτροπών ή σωματείων ήταν η πολεμική προετοιμασία του Έθνους, ελεύθερου και υπόδουλου. Σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Επανάστασης διαδραμάτισαν οι μυημένοι στην Μακεδονία στις Επιτροπές των σωματείων «Εθνική Άμυνα» και «Αδελφότης». Επίσης, τον Ιανουάριο του 1878 συγκροτήθηκε στην Αθήνα η «Μακεδονική Επιτροπή» με μοναδική μέριμνά της την οργάνωση της επανάστασης στην Μακεδονία, αφού η Κεντρική Επιτροπή είχε την ευθύνη για την ταυτόχρονη προετοιμασία της εξέγερσης στην Κρήτη, Θεσσαλία και Μακεδονία.

Ταυτόχρονα με τις επιτροπές άρχισαν να δραστηριοποιούνται κάποιοι κατά τόπους Μητροπολίτες και Πρόξενοι, με συντονιστή όλων των προσπαθειών τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στην Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνο Βατικιώτη. Οι διπλωματικοί υπάλληλοι, και κυρίως ο Βατικιώτης, παρακολουθώντας από κοντά τις εξελίξεις και την αναταραχή των Ελλήνων της Μακεδονίας, τόνιζαν με συνεχείς αναφορές στις Κυβερνήσεις πόσο εύκολη θα ήταν η απελευθέρωση της Μακεδονίας αν εισέβαλε εκεί τακτικός στρατός. Καθώς, όμως, η ατολμία και η αναβλητικότητα ήταν οι μόνιμες τακτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, ο Βατικίωτης και οι άλλοι Πρόξενοι, με την σημαντικότατη βοήθεια των Μητροπολιτών, ξεκίνησαν την συγκέντρωση στην Θεσσαλονίκη και αλλού όπλων και πολεμοφοδίων, την οργάνωση δικτύου αγγελιοφόρων και την σύσταση επιτροπών για την συγκέντρωση χρημάτων και την προετοιμασία επαναστατικών σωμάτων. Βάσει κυρίως των πληροφοριών των Προξένων καταρτίστηκε στην Αθήνα το σχέδιο της εξέγερσης της Μακεδονίας, αλλά η έκβαση των πολιτικών γεγονότων δεν επέτρεψε την πλήρη εφαρμογή του. Αυτό προέβλεπε αποστολή από την θάλασσα στην περιοχή του Ολύμπου – Κατερίνης μεγάλου στρατιωτικού σώματος, το οποίο, αφού θα κήρυττε την επανάσταση στην περιοχή, θα συνέχιζε προς Βέροια, Νάουσα και Έδεσσα. Άλλο σώμα θα αποβιβαζόταν στην Χαλκιδική, ενώ τρίτο μεταξύ του Σταυρού και των εκβολών του Στρυμόνος. Τέλος, μικρότερες ομάδες θα ενίσχυαν τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις στην Δυτική Μακεδονία. Παραμονές, λοιπόν, της Επανάστασης του Ολύμπου μέσα από τις προξενικές εκθέσεις και τις ιδιωτικές επιστολές καταφαίνεται με παραστατικότητα η εθνική τραγωδία, η οποία πλησίαζε, με την Μακεδονία να κινδυνεύει να καταληφθεί από τους Σλάβους. Οι Πρόξενοι της Ελλάδας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την υπηρεσιακή διστακτικότητα και να θέσουν την Κυβέρνηση προ των εθνικών της ευθυνών. Είναι άξιο εξάρσεως το σθένος των Προξένων εκείνων, οι οποίοι, αντιλαμβανόμενοι πλήρως την επικείμενη εθνική καταστροφή, ανέλαβαν να παρουσιάσουν τους πόθους και την αγωνία των υπόδουλων Ελλήνων ενώπιον της Κυβέρνησης.

Στην Αθήνα η Κεντρική Επιτροπή διά του Προέδρου της Παύλου Καλλιγά και του Ταμία Μιχαήλ Μελά είχε αναπτύξει στενή συνεργασία με τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο και τον Χαρίλαο Τρικούπη, Υπουργούς Εσωτερικών και Εξωτερικών αντίστοιχα στην Οικουμενική Κυβέρνηση, με σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών της επιτροπής. Απώτερος στόχος ήταν η ταυτόχρονη εξέγερση σε Μακεδονία, Κρήτη, Θεσσαλία και Ήπειρο. Την ίδια περίοδο η «Επιτροπή των Μακεδόνων» που είχε συσταθεί τον Ιανουάριο του 1878, είχε αποστείλει ανθρώπους σε πολλά επαρχιακά κέντρα της Πελοποννήσου και της Στερεάς για να στρατολογήσουν εθελοντές. Κατά την προσπάθεια αυτή, μεγάλη βαρύτητα δόθηκε στην Αταλάντη και στην Εύβοια, όπου υπήρχαν εγκατεστημένοι απόγονοι των Μακεδόνων πολεμιστών της Επανάστασης του 1821. Η προθυμία αυτών να καταταγούν και να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας ήταν πρωτοφανής. Οι πολεμικές προετοιμασίες, όμως, διακόπηκαν προσωρινά με την είσοδο στην Θεσσαλία και την αιφνιδιαστική ανάκληση του στρατού κατόπιν ειδοποίησης του Δραγούμη λόγω παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων. Παρόλα αυτά, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος αντιλαμβανόμενος ότι με την ανάκληση του στρατού από την Θεσσαλία η Ελλάδα δεν θα είχε καμία διαπραγματευτική δύναμη σε μελλοντικό Ευρωπαϊκό Συνέδριο, αποφάσισε, αντίθετα στις πιέσεις των Δυνάμεων, να προκαλέσει εξεγέρσεις στις υπόδουλες επαρχίες. Από τούδε και στο εξής αρχίζει να ενσαρκώνεται η διετής προπαρασκευαστική προσπάθεια, η οποία με γλαφυρό τρόπο παρουσιάζεται μέσα από τις αναφορές των Προξένων προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας στην Αθήνα, και κυρίως αυτών του Προξενείου Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούσε ως Πρόξενος ο Κωνσταντίνος Βατικίωτης.

Την 15η Φεβρουαρίου 1878 αναχωρούν από την Αττική τα ατμόπλοια «Ύδρα» και «Βυζάντιον», τα οποία μετέφεραν εκστρατευτικό επαναστατικό σώμα περίπου 550 ανδρών υπό την αρχηγία του Λοχαγού Κοσμά Δουμπιώτη, αρχηγού της στρατιάς του Ολύμπου. Ο Έλληνας Πρόξενος, όμως, με σχετική επιστολή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη αναφέρει (αρ. πρωτ. 140/16-2-1878): «Πρὸ πολλοῦ διαδίδεται καὶ διαψεύδεται περιοδικῶς ἡ φήμη ὅτι πρόκειται ν’ ἀποβιβασθῶσιν ἐπαναστατικὰ στίφη καὶ εἰς τὸν Ὄλυμπον καὶ εἰς τὴν Χαλκιδικήν καὶ εἰς τάς ἐκβολὰς τοῦ Στρυμόνος. Αἱ φῆμαι αὗται ἀνησυχοῦσι τοὺς κατοίκους ἰδίως δὲ τὴν τοπικὴν Ἀρχὴν ἥτις προσπαθεῖ να λάβῃ προφυλακτικὰ μέτρα, ἐνισχύουσα κατὰ τὸ δυνατὸν τάς ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Χαλκιδικῆς στρατιωτικὰς φρουρὰς καὶ ἀποστέλλουσα στρατιωτικὴν δύναμιν εἰς Βέροιαν καὶ Κατερίνην, ἐνῶ ταυτοχρόνως περιπολοῦσι τὴν παραλίαν τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Χαλκιδικης ἀλληλοδιαδόχως δύο ἐνταύθα σταθμεύοντα μικρὰ ἀτμόπλοια […]». Το σώμα αποβιβάστηκε στην παραλία του Λιτοχώρου την νύχτα της 15ης – 16ης Φεβρουαρίου. Με το από 16 Φεβρουαρίου 1878 έγγραφό του προς τον Υπουργό Εξωτερικών, ο Βατικιώτης πλέον ανακοινώνει ότι (αρ. πρωτ. 141/17-2-1878): «Ταύτῃ τῇ στιγμῇ μοί ἀγγέλεται ἐκ Κατερίνης ὅτι εἰς Ἅγιον Θεόδωρον τοῦ Ὀλύμπου ἀπέβη σῶμα 550 ἀνδρῶν ἐνόπλων, ὅπερ καταλαβὸν τάς αὐτόθι Ἀρχὰς διηυθύνθη εἰς Λιτόχωρον, ὅπου οἱ κάτοικοι ὑπεδέχθησαν αὐτοὺς μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων […]». Την 19η Φεβρουαρίου 1878, ημέρα υπογραφής της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, υψωνόταν στο Λιτόχωρο η σημαία της ελευθερίας με ταυτόχρονη κοινοποίηση στους Προξένους της Θεσσαλονίκης προκήρυξης της «Προσωρινής Κυβέρνησης της Μακεδονίας». Με αυτή τους γνωστοποιούνταν η απόφαση των Μακεδόνων να αγωνισθούν προκειμένου να ενωθούν με την Μητέρα Ελλάδα. Η απόβαση του σώματος του Δουμπιώτη στην παραλία Λιτοχώρου προκάλεσε την γενική κινητοποίηση των κατοίκων των χωριών του Ολύμπου και των Πιερίων. Στις 21 Φεβρουαρίου σε επιστολή του ο Βατικιώτης γράφει (αρ. πρωτ. 158/21-2-1878): «Οὐδεμίαν ἄμεσον πληροφορίαν ἔχω ἐκ τοῦ Ὀλύμπου. Ἐκ διαφόρων ἐμμέσων πληροφοριῶν προκύπτει ὅτι οἱ ἐπαναστάται, συμποσούμενοι νῦν εἰς δισχιλίους, κατέχουσι τὸ Λιτόχωρον καὶ τινα ὀρεινὰ χωρία τοῦ καλουμένου Παλατίου, ἔχοντες τὴν ἐμπροσθοφυλακήν εἰς τὸ Στουπί, χωρίον 3/4 ἀπέχον τῆς Κατερίνης. Ἀπέλυσαν τοὺς αἰχμαλώτους πάντας, ἀπέστειλαν προκηρύξεις εἰς τοὺς ἐν Κατερίνῃ Τούρκους, ὅτι θὰ σεβασθῶσιν τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν των καὶ μεταφέρουσι τάς οἰκογενείας ἐκ Λιτοχώρου εἰς τὴν ὀχυρὰν Μονὴν τοῦ Ἁγ. Διονυσίου ἢ εἰς τὸ Μετόχιον αὐτῆς, ἐπίσης ὀχυρὸν καὶ κείμενον ὀλίγον ἀπώτερον τοῦ Λιτοχώρου ἐπὶ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ὀλύμπου […]».

Σε διάστημα τριών ημερών σχηματίστηκε τοπική κυβέρνηση επονομαζόμενη «Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας», με Πρόεδρο τον Λιτοχωρίτη Ευάγγελο Κοροβάγκο. Σε επιστολή του στις 22 Φεβρουαρίου ο Έλληνας Πρόξενος αναφέρει στον Υπουργό (αρ. πρωτ. 161/22-2-1878): «Πρὸ μικροῦ (9η μ. μεσημβρίας) ἄνθρωπος ἐλθὼν ἐκ Λιτοχώρου μοὶ ἐνεχείρησε προκήρυξιν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Μακεδονίας τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν να διαβιβάσω πρὸς Ὑμᾶς, διὰ τοῦ ἀναχωροῦντος τὴν νύκτα ταύτην ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου. Ὁ Πρόεδρος Κος Κοροβάγκος εἶναι εἷς τῶν ἐγκριτοτέρων καὶ νουνεχεστέρων κατοίκων τοῦ Λιτοχώρου πολλῆς ἀπολαύων αὐτόθι καὶ ἐν Κατερίνῃ ὑπολήψεως […]». Και μολονότι από τις πρώτες ημέρες το Λιτόχωρο, τα χωριά του Ολύμπου και το Φρούριο του Πλαταμώνα περιήλθαν στα χέρια των επαναστατών, η Κατερίνη παρέμενε υπό τον έλεγχο των Οθωμανών. Προφανώς λόγω κακών υπολογισμών ο Δουμπιώτης ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για την παράδοση της κωμόπολης αυτής, αν και είχε αντιληφθεί ότι οι Οθωμανοί της Κατερίνης και ο Νικόλαος Μπίτσος, αδελφός του διερμηνέα του Αγγλικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, προσπαθούσαν διά της οδού αυτής να κερδίσουν χρόνο, έως ότου φθάσουν ενισχύσεις του οθωμανικού στρατού. Ωστόσο η επανάσταση δεν άργησε να εξαπλωθεί και στον Κολινδρό, όπου ο δραστήριος Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος Λούσης, με την σύμπραξη των οπλαρχηγών Βαγγέλη Χοστέβα και Παναγιώτη Καλογήρου ύψωσαν την σημαία της Επανάστασης, γενικεύοντάς την έτσι στην ευρύτερη περιοχή. Η σχετική επιστολή του Βατικίωτη αναφέρει (αρ. πρωτ. 173/27-2-1878): «Ἀξιόπιστοι ἄνθρωποι ἐλθόντες χθὲς ἐκ Κολινδροῦ βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ τῶν πέριξ τοῦ Κολινδροῦ χωρίων κάτοικοι καταλιπόντες τὰ χωρία των συνεκεντρώθησαν ἐντὸς τοῦ Κολινδροῦ. Ἀποστείλαντες δὲ τάς οἰκογενείας πάσας καὶ τάς τοῦ Κολινδροῦ εἰς ὀρεινότερα μέρη ὓψωσαν αὐτοὶ τὴν σημαίαν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐντὸς τοῦ Κολινδροῦ ὀχυρωθέντες ἐκ τοῦ προχείρου ἐντὸς αὐτοῦ, ἕτοιμοι ν’ ἀποκρούσωσι τὸν καθ’ αὐτῶν ἀποσταλέντα στρατόν […]». Μελανό σημείο της όλης προσπάθειας στον Κολινδρό, η ανεπάρκεια σε οπλισμό, που οδήγησε εκατοντάδες χωρικούς να επιστρέψουν άοπλοι και άπραγοι στις οικίες τους. Κατά συνέπεια, στερούνταν η Επανάσταση πολύτιμου και ικανού ανθρώπινου δυναμικού.

Η μη έγκαιρη κατάληψη της Κατερίνης από τους επαναστάτες, η έλλειψη αρκετού οπλισμού και η αψυχολόγητη διάσπαση του στρατεύματος από τον Δουμπιώτη για να εκστρατεύσει στην μακρινή Τόχοβα, άντρο των Κιρκασίων, οι οποίοι καταδυνάστευαν επί μακρόν τους χωρικούς, απέβησαν μοιραία σφάλματα τακτικής. Η οθωμανική Διοίκηση Θεσσαλονίκης διά του στρατηγού Ασάφ Πασά έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο για την καταστολή της επανάστασης. Το πλήγμα για τους επαναστάτες ήταν διττό: διά ξηράς και θαλλάσης στην περιοχή της Κατερίνης και μέσω οθωμανικών αποσπασμάτων από την Θεσσαλία στα νότια. Έτσι, την νύχτα της 3ης προς 4η Μαρτίου το Λιτόχωρο έμεινε ανυπεράσπιστο στην καταστροφική μανία της οθωμανικής λαίλαπας και πυρπολήθηκε σχεδόν ολοσχερώς. Η απώλεια του κέντρου της Επανάστασης αυτής επέφερε κατακόρυφη πτώση του ηθικού των εθελοντών και χωρικών, και παράλληλα στέρησε τους επαναστάτες πολύτιμων πολεμοφοδίων, τα οποία κατασχέθηκαν από τους κατακτητές. Η πυρπόληση του Λιτοχώρου σήμανε το τέλος της Επανάστασης, η οποία στην συνέχεια έλαβε μορφή ανταρτοπόλεμου. Τα οθωμανικά στρατεύματα, σαφώς ανώτερα, άρχισαν να καταλαμβάνουν και να πυρπολούν τα επαναστατημένα χωριά, τρέποντας σε φυγή τους επαναστάτες, οι οποίοι παρόλα αυτά σημείωσαν κάποιες τοπικές επιτυχίες σε συμπλοκές κατά την αποχώρησή τους. Με δύο επιστολές στις 8 και 12 Μαρτίου ο Γενικός Πρόξενος της Θεσσαλονίκης ενημερώνει και βεβαιώνει τον Θεόδωρο Δηλιγίαννη για την άλωση του Λιτοχώρου ̇ (αρ. πρωτ. 204/8-3-1878): «Οἱ ἐνταῦθα Κοι Κοι Πρόξενοι τῆς Ἀγγλίας, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, πληροφορηθέντες ὅσα ἀνήνεγκον ὑμῖν χθὲς περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἁλώσεως, λεηλασίας καὶ πυρπολήσεως τοῦ Λιτοχώρου, τῆς διαρπαγῆς τῶν ζῴων ὑπὸ τῶν Κιρκασίων καὶ τοῦ κινδύνου ὅν διέτρεχον τὰ γυναικόπαιδα τὰ ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου εὐρυσκόμενα, οὐ μόνον ἐτηλεγράφησαν εἰς τάς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας των καὶ ἀνήνεγκον εἰς τάς προϊσταμένας αὐτῶν Ἀρχὰς […]. Χθὲς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐν ἐκτάκτῳ συνεδριάσει ἀπεφάσισε ν’ ἀποσταλῶσι εἰς Λιτόχωρον καὶ Κολινδρὸν δύο Ἐπιτροπαὶ ἐκ Χριστιανῶν ὅπως παροτρύνωσι τοῖς ἐν Ἐπαναστάσει νὰ προσέλθωσιν, ὑποσχόμενοι αὐτοῖς ἀμνηστείαν […]» ̇ και (αρ. πρωτ. 210/12-3-1878): «Οὐδεμία πλέον ὑπολείπεται ἀμφιβολία ὅτι τὸ Λιτόχωρο ἐγκαταλειφθὲν ὑπὸ τῶν ὀλιγίστων ἐπαναστατῶν τῶν ἐν αὐτῷ εὑρισκομένων κατὰ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐλεηλατήθη ὑπὸ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων καὶ παρεδόθη ὁλόκληρον εἰς τὸ πῦρ, ἐξαιρέσει μιᾶς ἐκκλησίας καὶ ὀλιγίστων οἰκιῶν […]». Τελικά, στις 19 Απριλίου 1878 με την μεσολάβηση των Άγγλων Προξένων αποφασίσθηκε η διακοπή των εχθροπραξιών και εντός ολίγου οι κατατρεγμένοι εθελοντές επέστρεψαν στο ελεύθερο ελληνικό Βασίλειο. Μεταξύ αυτών ήταν ο Δουμπιώτης και ότι είχε απομείνει από το στράτευμά του, ο Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος και ο Πρόεδρος της «Προσωρινής Κυβέρνησης της Μακεδονίας» Ευάγγελος Κοροβάγκος, με αρκετούς μακεδόνες πρόσφυγες. Ο αγώνας του Ολύμπου είχε πλέον λήξει.

♦ ♦ ♦ ♦

Αν θέλουμε, λοιπόν, να κάνουμε έναν συνολικό απολογισμό της Επανάστασης του Ολύμπου του 1878 οφείλουμε να σταθούμε και στους λόγους της αποτυχίας της Επανάστασης. Αυτή πρέπει να αποδοθεί πρωτίστως στην πολιτική που ακολούθησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1875 και εξής, οι οποίες όχι μόνο δεν παρείχαν την αναμενόμενη και οφειλόμενη υποστήριξη, αλλά αντιθέτως προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να καταστείλουν την προετοιμασία του αγώνα. Επίσης, η μη ταυτόχρονη με την αποστολή του σώματος του Δουμπιώτη προώθηση ικανού αριθμού όπλων και πολεμοφοδίων για τον εξοπλισμό των ντόπιων, αλλά και η μη ταυτόχρονη εξέγερση της Χαλκιδικής, γεγονός που επέδρασε δυσμενώς στην διεξαγωγή των επιχειρήσεων στον Όλυμπο. Όσον αφορά την «Μακεδονική Επιτροπή» θα πρέπει να καταχωρηθεί στο παθητικό της, αλλά και του Δουμπιώτη, η μη διάθεση μικρού τμήματος εθελοντών προς ενίσχυση και καθοδήγηση των επαναστατών της Δυτικής Μακεδονίας. Διότι η εγκατάλειψή τους απέβη καταστρεπτική όχι μόνο για την έκβαση της Επανάστασης του Ολύμπου, αλλά και ολόκληρου του αγώνα στην Θεσσαλία, ίσως και στην Ήπειρο. Εκτός από τα στρατηγικής φύσεως σφάλματα και τις όποιες αδυναμίες, σημειώθηκαν και λάθη τακτικής, τα οποία επιτάχυναν την κατάρρευση της εξέγερσης του Ολύμπου. Μεταξύ αυτών ήταν η μη εξασφάλιση γραμμής ανεφοδιασμού από την ξηρά ή την θάλασσα, η έλλειψη ταχείας επικοινωνίας με την Αθήνα, η διάσπαση του σώματος του Δουμπιώτη προς επίτευξη σκοπών ήσσονος σημασίας, αλλά και η εγκατάλειψη του Λιτοχώρου άνευ φρουράς. Επίσης, στις προβλέψεις δεν υπήρχε σχέδιο για την κατάληψη της Κατερίνης, δεδομένου ότι ο Δουμπιώτης είχε εγγυηθεί την τιμή και την υπόληψη των Οθωμανών. Τα σφάλματα αυτά μαρτυρούν την ανυπαρξία εκ των προτέρων επιτελικού σχεδίου που θα καθόριζε τους αντικειμενικούς σκοπούς των επαναστατικών σωμάτων, ο δε Δουμπιώτης δεν φαίνεται να ήταν προετοιμασμένος για την διεξαγωγή ανορθόδοξου αγώνα, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Παρόλα τα λάθη και τις παραλήψεις πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής φύσεως, η Επανάσταση του 1878 καθιερώθηκε ως ορόσημο στην ιστορία του Μακεδονικού Ελληνισμού. Τότε διεξήχθη η τελευταία μάχη των Μακεδόνων κατά των Οθωμανών και ξεκίνησε η ανελέητη σύγκρουση με τον βουλγαρικό επεκτατισμό για να κορυφωθεί κατά τα έτη 1904-1908. Υπήρξε ευτύχημα για τον ελληνισμό ότι οι αγώνες του 1878 άφησαν πίσω τους ικανά σπέρματα επαναστατικού και αρματολικού βίου εντός της Μακεδονίας, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η άμυνα του ελληνισμού της περιοχής μέχρις ότου αρχίσουν να αφικνούνται στην νότιο Ελλάδα τα εθελοντικά σώματα, τα οποία, από κοινού με τις τοπικές δυνάμεις, δημιούργησαν το έπος του Μακεδονικού Αγώνα.

Δημήτριος Κουτρούλας, Ιστορικός, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας Εθν. Καποδ. Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Παιδεία στη Θράκη τον 19ο και 20ο αιώνα

Του Δημητρίου Ευ. Κουτρούλα.

(Επιστημονική Παρέμβαση από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό,  Ζάκυνθος 2009, σελ. 521-538.)

Γενικά.

Τα ζοφερά χρόνια μετά την Άλωση επέφεραν στον θρακικό ελληνισμό -όπως και σε όλο το Γένος- κοινοτική, πνευματική, θρησκευτική και εκπαιδευτική καθίζηση. Η Εκκλησία ήταν αυτή που ανέλαβε να επουλώσει τις πληγές και να αφυπνίσει την θανάσιμα τρωθείσα εθνική συνείδηση. Βέβαια, οι δυσκολίες υπήρξαν πολλές, με τους όχι ευνοϊκά διακείμενους Οθωμανούς κατακτητές, οι οποίοι αντιτίθεντο σε ο,τιδήποτε αφορούσε στην πνευματική ανέλιξη των ραγιάδων. Γι’ αυτό και τους πρώτους αιώνες η παιδεία αφενός μεν επισήμως νοσούσε, αφετέρου δε ατύπως και αφανώς λειτουργούσαν σχολεία στους νάρθηκες των ναών και των μονών. Πρόκειται για τα λεγόμενα «κρυφά σχολεία». Η συσπείρωση αυτή στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και στην περίπτωση των Ελλήνων της Θράκης, απέβλεπε και τελικώς συνέβαλε στην διατήρηση της επαφής με την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας και βυζαντινής παραδόσεως, καθώς και στην συντήρηση της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως (1).
Η προσπάθεια αναγέννησης της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην Θράκη ξεκίνησε με δειλά και διστακτικά βήματα. Η γειτνίαση, όμως, με το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, την Κωνσταντινούπολη, καθώς και η αγάπη των κατοίκων του θρακικού χώρου για τα γράμματα, οδήγησαν στην αλματώδη δραστηριοποίηση για την αναγέννηση της παιδείας. Μάλιστα, πρώτο το Πατριαρχείο ΚΠόλεως μόλις το 1593, επί πατριαρχίας Ιερεμίου Β΄ του Τρανού, με πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο, συνέστησε στους μετέχοντες μητροπολίτες, όταν επανέλθουν στις έδρες τους, να ιδρύσουν τουλάχιστον από ένα σχολείο: έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν (2). Παράλληλα, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, από το 1454 που ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Γεώργιο Σχολάριο (που έμεινε γνωστός ως Γεννάδιος), παρέμεινε πάντοτε το εκπαιδευτικό κέντρο του υπόδουλου ελληνισμού και η κυριότερη εστία διατηρήσεως της εκπαιδευτικής ακτινοβολίας του ελληνισμού (3). Για να συνειδητοποιήσουμε τον ανακαινιστικό ρόλο της παιδείας στον θρακικό χώρο, θα πρέπει να αναλογιστούμε τις δραματικές περιόδους πνευματικής ένδειας που έζησαν οι κάτοικοί του. Η σοβαρή κάμψη που πέρασε η παιδεία υποχώρησε και, κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι ταχείς ρυθμοί εκσυγχρονισμού διαδέχτηκαν την πρότερη κατάσταση. Αξίζει να σημειώσουμε πως, ακόμη και πριν τον 19ο αιώνα, όλες οι ελληνικές πόλεις της Θράκης διέθεταν σχολείο. Μάλιστα, ο Άγγλος περιηγητής συνταγματάρχης W. Leake, στις αρχές του 19ου αιώνα, σημειώνει κατά τις περιοδείες του: Δεν υπάρχει κοινότητα ελληνική με κάποια οικονομική ευμάρεια που να μην έχει το ελληνικό σχολείο της (4).

Μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά τις αδιάλειπτες προσπάθειες των μορφωμένων και λογίων δασκάλων του έθνους, η εκπαιδευτική διαδικασία δεν προχώρησε πάνω σε ομοιόμορφες βάσεις, γιατί όπως αναφέρει ο Χασιώτης: ἡ ἰδέα τῆς διαίρεσης τῆς διδασκαλίας δέν εἶχε ἀποκρυσταλλωθῆ ἀκόμα στό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς. Μπορούμε να διακρίνουμε τα σχολεία αυτής της εποχής σε κοινά ή λαϊκά και σε σχολεία ανώτερης εκπαιδεύσεως, με όνομα Ακαδημία, Λύκειο, Μουσείο, και σε μεταγενέστερα με το όνομα Σχολείο, Σχολή, Γυμνάσιο, Φροντιστήριο (5). Σπουδαία πολιτιστική άνθηση στον υπόδουλο ελληνισμό παρατηρείται κυρίως μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), με σημείο αναφοράς το Χάττι Χουμαγιούμ (1856), με το οποίο καθιερώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, η ισότητα των δικαιωμάτων όλων των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό οδήγησε στην αύξηση των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της εκπαιδεύσεως των εθνοτήτων (6).

Η πνευματική αναγέννηση των υποδούλων προετοιμάστηκε επιμελώς από την δραστηριοποίηση τόσο του ελληνικού κράτους, όσο και των πολυάριθμων φιλεκπαιδευτικών συλλόγων σε όλες της οθωμανοκρατούμενες περιοχές. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισαν δύο μεγάλοι τέτοιοι σύλλογοι, ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος ΚΠόλεως (1861) και ο Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων (1869), το έργο του οποίου θα συνεχίσει μετά το 1886 η Επιτροπή προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας (7). Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως η παιδεία κατά τον 19ο αιώνα λειτούργησε όχι μόνο ως αμυντικός μηχανισμός εναντίον των προσπαθειών αλλοιώσεως της εθνικής φυσιογνωμίας, αλλά και ως μηχανισμός ασκήσεως επιρροής. Εξάλλου, η γλώσσα και το σχολείο αποτελούσαν βασικές μονάδες μετρήσεως σε κάθε απόπειρα εδαφικών μειώσεων. Έτσι, η ανάπτυξη της ελληνικής εκπαιδεύσεως στη Θράκη παρατηρείται την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα και συμπίπτει με την έξαρση των βαλκανικών εθνικισμών, και κυρίως του βουλγαρικού, αρχής γενομένης από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 (8) .

Και τα πρώτα χρόνια, όμως, του 20ού αιώνα στιγματίστηκαν στη Θράκη από τον συνεχιζόμενο βουλγαρικό επεκτατισμό, αλλά και από την έκρηξη του τουρκικού εθνικισμού με το Νεοτουρκικό Κίνημα και την συνακόλουθη νέα αντίληψη του οθωμανικού κράτους περί των εθνοτήτων και των προνομίων τους. Αυτό είχε επιπτώσεις και στα εκπαιδευτικά των ελληνικών κοινοτήτων ενδεικτικά αναφέρουμε πως η επικύρωση των διπλωμάτων των δασκάλων ήταν πλέον αρμοδιότητα των κατά τόπους τουρκικών αρχών, χωρίς τη μεσολάβηση της Εκκλησίας (9). Κάτω από τις προαναφερθείσες, λοιπόν, συνθήκες αναπτύχθηκε η προσπάθεια αναγέννησης της εκπαίδευσης και ανόδου του πνευματικού επιπέδου του υπόδουλου ελληνισμού, προκειμένου να οδηγήσει και στην εθνική αποκατάσταση. Ιδρύθηκαν σχολεία, οργανώθηκαν προγράμματα σπουδών, τέθηκαν στόχοι, γέμισαν οι μαθητικές αίθουσες, μεταλαμπάδευσαν οι δάσκαλοι του Γένους στους υπόδουλους Έλληνες τις αξίες της αρχαιοελληνικής και της βυζαντινής κληρονομιάς. Αρωγοί σε όλες αυτές τις εκπαιδευτικές προσπάθειες του ελληνικού κράτους ήταν πάντα η Εκκλησία και οι μεγάλοι ευεργέτες του Έθνους.

thrace-xanthi

Α΄. Μέθοδοι, στόχοι και προγράμματα σπουδών.

Στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης, αλλά και στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν την έναρξη της ελληνικής επαναστάσεως, στις εκκλησίες και στους νάρθηκες οι δάσκαλοι και οι ιερείς, προσπαθούσαν να διδάξουν τα στοιχειώδη γράμματα στα ελληνόπουλα. Όπως αναφέρει ο Αλέξανδρος Ελλάδιος στο βιβλίο του «Η τωρινή κατάσταση της Ελληνικής Εκκλησίας»: Στα στοιχειώδη σχολεία τα Ελληνόπουλα διδάσκονται εκείνα που ειρωνικά καλούνται κολυβογράμματα δηλ. πρώτα διδάσκονταν πινακίδια, ύστερα του Δαμασκηνού τον οκτώηχο, τρίτο όλο το ψαλτήρι του Δαβίδ, τέταρτο τα έργα και τα γράμματα των Αποστόλων και τέλος το Τριώδιο και την Ανθολογία μαζί με την Πεντάτευχο και τους Προφήτες, κι ακόμα γράψιμο και λογαριθμική κ.λπ. (10).

Με το πρώτο Σύνταγμα που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822, στο κεφάλαιο «Περί των καθηκόντων του Μινίστρου των Εσωτερικών» προβλέπει πως ο Υπουργός αυτός «ἐνασχολεῖται μετ’ ἐπιμελείας εἰς τὴν εἴσαξιν καὶ διάδοσιν τῶν φώτων, τῶν τόσον ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐπίδοσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Τότε αποφασίστηκε να εφαρμοστεί στη διδασκαλία η αλληλοδιδακτική μέθοδος ή αλλιώς το σύστημα του Langaster. Ο δάσκαλος, έτσι, θα μπορούσε να διδάξει αναμφίβολα περισσότερους μαθητές με τη βοήθεια των πιο προχωρημένων μαθητών του. Με το Σύνταγμα δε του 1823, το πρώτο που είχε και γενική διάταξη για την εκπαίδευση, διαδόθηκε η μέθοδος αυτή σε εθνική πια κλίμακα (11). Το αλληλοδιδακτικό σύστημα, που εφάρμοσε στην μετεπαναστατική Ελλάδα ο Καποδίστριας, με σκοπό την ευρεία διάδοση της αναγνώσεως και της γραφής, εισήχθη στη Θράκη περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Το συνδιδακτικό (γνωστό και ως ερβαρτιανή συνδιδακτική μέθοδος) εισήχθη στην Ελλάδα επισήμως στις 3 Σεπτεμβρίου 1880, ενώ στη Θράκη είχε ισχύσει κατ’ εξαίρεση και επισήμως από το 1873, ύστερα από απόφαση του Ηπειρωτικού, Θρακικού και Φιλολογικού Συλλόγου, που είχε έδρα στην Κωνσταντινούπολη. Στα δε νηπιαγωγεία της Θράκης εφαρμοζόταν το σύστημα της Γαλλίδας παιδαγωγού Pape Carpentier, που είχε έντονο διδακτικό χαρακτήρα, καθώς και του Γερμανού Friedrich Fröbel που βασιζόταν στον συνδυασμό της εποπτικής διδασκαλίας με την παιδική ορμή προς κίνηση. Εξαιτίας, όμως, των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στη Θράκη, δημιουργήθηκε ένα ιδιότυπο μικτό σύστημα Carpentier και φροβελιανό από το 1880 κ.ε. (12) .
Να σημειώσουμε πάλι, πως τα σχολεία της Θράκης μετά το 1850 είχαν διπλό εκπαιδευτικό στόχο ̇ αφενός τον εθνικό φρονηματισμό απέναντι στην διαγραφόμενη απειλή του Πανσλαβισμού και την ένταξη του νέου στην ελληνική αυτοσυνειδησία και αφετέρου την θρησκευτική διαπαιδαγώγησή του σύμφωνα με τις αρχές της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Την εποχή, λοιπόν, των εθνικών ανταγωνισμών στη Βαλκανική τα σχολεία απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένας από τους βασικούς προορισμούς τους ήταν η διδασκαλία και διάδοση της γλώσσας, δηλαδή του στοιχείου εκείνου, το οποίο πιστοποιούσε την εθνολογική διάκριση. Για το λόγο αυτό τα σχολεία χρησιμοποιήθηκαν στην άσκηση της αλυτρωτικής πολιτικής.

Οι βασικοί παράγοντες που καθόριζαν τα κίνητρα και τις κατευθύνσεις οποιασδήποτε εκπαιδευτικής κινήσεως στον θρακικό χώρο ήταν οι εξής: α) το ένδοξο πατρογονικό παρελθόν, όπως αποτυπώθηκε στη βυζαντινή παράδοση και αργότερα διαμόρφωσε τους στόχους του μεταβυζαντινού ελληνισμού, β) το καθεστώς της δουλείας, που βίωναν οι υπόδουλοι, και η πίστη ότι μόνο η πνευματική καλλιέργεια και η ανασύνδεση με τις αξίες της θρησκευτικής και εθνικής ιστορίας, θα οδηγούσαν τελικά στην απελευθέρωση και στην εθνική αποκατάσταση, γ) τέλος, η αίσθηση της πολιτισμικής υπεροχής, αλλά και η συναίσθηση της ευθύνης των φορέων του ελληνισμού έναντι των υπολοίπων Βαλκανίων για το φωτισμό και την πολιτισμική άνοδο όλων των κατοίκων της χερσονήσου του Αίμου. Όσον αφορά τα προγράμματα σπουδών και την αναμόρφωσή τους, υπήρξε μακροχρόνια και επίπονη διαδικασία ̇ απέδωσε όμως καρπούς μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα. Με πρωτοβουλία Ελλήνων λογίων, που είχαν σπουδάσει στη Δύση και είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, εκπονήθηκαν νέα προγράμματα σπουδών, σύμφωνα με τα οποία: α) καθιερώθηκε η διδασκαλία των μαθημάτων να γίνεται στην καθομιλουμένη νεοελληνική, β) διατηρήθηκε η αρχαία ελληνική στο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά έπαψε να αποτελεί μοναδικό στόχο, γ) διδάσκονταν πλέον οι θετικές επιστήμες (αριθμητική, άλγεβρα, γεωμετρία, αστρονομία, πειραματική φυσική και χημεία), δ) εμπλουτίστηκε το πρόγραμμα με μαθήματα γενικής παιδείας (γεωγραφία, ιστορία, φυσική ιστορία κ.α.), ε) καθιερώθηκε η διδασκαλία της λατινικής και των ξένων γλωσσών (ειδικά στην Θράκη κατά καιρούς ήταν υποχρεωτική η διδασκαλία της γαλλικής, της τουρκικής και της βουλγαρικής γλώσσας) και στ) επιχειρήθηκε -σε κάποιες περιπτώσεις- η εισαγωγή μαθημάτων πρακτικής φύσεως (εμπορική αλληλογραφία, ναυτική τέχνη κ.α.), προκειμένου να βοηθηθούν στην άσκηση του εμπορίου (13) .

Πάντως, σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα των μαθημάτων εξαρτιόταν συχνά από το επίπεδο μόρφωσης του δασκάλου, τη δυνατότητα να βρεθούν διδακτικά εγχειρίδια, τις επεμβάσεις της σχολικής εφορείας ή του τοπικού μητροπολίτη, τις ανοικτές παρεμβάσεις συχνά των γονέων, αλλά και τις κατά τόπους ιδιομορφίες. Κυρίαρχη θέση στο αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων της Θράκης κατείχε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής (γραμματική, συντακτικό και έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων). Έτσι, διδάσκονταν Ιωάννης Χρυσόστομος, Λουκιανός, Ξενοφών, Πλούταρχος, Ισοκράτης, Λυσίας, ιερά ιστορία και κατήχηση, ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία, μυθολογία, γεωγραφία, αριθμητική, γεωμετρία και ξένη γλώσσα. Στα δε νηπιαγωγεία διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή, αριθμητική, γεωγραφία, ιχνογραφία, ωδική, πραγματογνωσία, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, κατήχηση, γυμναστική και εργόχειρο (14). Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως τα ελληνικά σχολεία στη Θράκη εφάρμοζαν κατά προσέγγιση την αλληλοδιδακτική και την συνδιδακτική μέθοδο, καθώς και το ωρολόγιο πρόγραμμα μαθημάτων των σχολείων του ελληνικού κράτους. Συχνά, ωστόσο, παρουσιάζονταν σημαντικές αποκλίσεις από το ενιαίο σύστημα διδασκαλίας και το ενιαίο πρόγραμμα σπουδών παρά τις σύντονες προσπάθειες του Πατριαρχείου ΚΠόλεως, της Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής του Πατριαρχείου και των σπουδαιότερων φιλεκπαιδευτικών συλλόγων.

Β΄. Διδακτικό προσωπικό.

Η Άλωση της ΚΠόλεως οδήγησε σε φυγή στη Δύση τους περισσότερους Έλληνες λογίους και ανέστειλε την λειτουργία όλων σχεδόν των ονομαστών σχολών που λειτουργούσαν ως τότε. Κατά συνέπεια κατέστη σχεδόν αδύνατη και η αναπαραγωγή νέων δασκάλων, ικανών να πάρουν στα χέρια τους την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων. Η κατάσταση αυτή σταδιακά βελτιώθηκε με την ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής ΚΠόλεως. Στα τέλη του 18ου και ιδιαίτερα στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν πλέον πολύ σύνηθες το φαινόμενο οι πιο ικανοί και ανήσυχοι νέοι, που είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές στους στα ελληνικά σχολεία, να σπεύδουν για ανώτερες σπουδές στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στη συνέχεια να επιστρέφουν στις πατρίδες τους, προκειμένου να στελεχώσουν τα παλιά και νέα σχολεία που λειτουργούσαν εκεί. Και μολονότι μέχρι τα τέλη του 18ου η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δασκάλων ανήκε στον κλήρο, από τις αρχές του 19ου αιώνα επέρχονται ουσιώδεις αλλαγές. Παρατηρείται, λοιπόν, υπό την επίδραση των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού, σε πολλά σχολεία να ανατίθενται για πρώτη φορά καθήκοντα δασκάλου σε κοσμικούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Δύση. Παρόλο που δεν είχαν πραγματοποιήσει ειδικές σπουδές, ωστόσο γνώριζαν τις νέες ευρωπαϊκές παιδαγωγικές μεθόδους, τις οποίες προσπάθησαν -όσο ήταν εφικτό- να εισαγάγουν και στα ελληνικά σχολεία της προεπαναστατικής περιόδου (15) .
Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα στα ελληνικά σχολεία μέσης και ανώτερης βαθμίδας δίδασκαν συνήθως δύο δάσκαλοι. Ο πρώτος, που εκτελούσε και χρέη σχολάρχη, δίδασκε μαθήματα «κυκλοπαιδείας» και τα «τελειότερα μαθήματα» (θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά). Ο δεύτερος, ο επονομαζόμενος «υποδιδάσκαλος», ήταν επιφορτισμένος με τη διδασκαλία των «γραμματικών» στον κατώτερο κύκλο σπουδών και με ορισμένα μαθήματα «κυκλοπαιδείας». Η αύξηση του αριθμού των μελών του διδακτικού προσωπικού των ελληνικών σχολείων, που παρατηρείται στις αρχές του 19ου αιώνα, οφειλόταν στον επαναπροσδιορισμό των στόχων της παρεχόμενης παιδείας και στον εμπλουτισμό του προγράμματος σπουδών με πολλά νέα μαθήματα.
Μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και κυρίως μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), τα σχολεία στη Θράκη, εκτός από τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, «στρατεύονται» στην υπηρεσία της εθνικής σκοπιμότητος, προκειμένου να αποτελέσουν «κέντρα» εθνικής ενεργείας. Ως εκ τούτου, απαραίτητη ήταν η καλύτερη οργάνωσή τους προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά επιπλέον η κατάρτιση δασκάλων για την άσκηση του διδακτικού και του εθνικού τους έργου, και η έμφαση στη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων ή και η ιδεολογική χρήση αυτών (16) . Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος και η δράση της «Επιτροπής προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», η οποία συνέταξε για τους δασκάλους επιτομή με τα επιχειρήματα των Βουλγάρων και τα ελληνικά αντεπιχειρήματα επί των διεκδικήσεων αμφότερων στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Ωστόσο, στις αρχές του 20ού αιώνα, οι προσπάθειες δεν έχουν αποφέρει τους αναμενόμενους καρπούς. Αξίζει να αναφέρουμε το υπόμνημα του Ίωνος Δραγούμη το 1906 προς την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας». Σ’ αυτό υπογραμμίζει την κατάσταση στα σχολεία της Θράκης: «Οι διδάσκαλοι σπανίως κατανοούσι τι δεν πρέπει να διδάσκωσι, προσπαθούσι δε να μεταγγίζωσιν εις τους παίδας των χωρικών δυσκολοχώνευτα και άχρηστα ή πλεονάζοντα μαθήματα…Ιστορία εν τοις πλείστοις χωρίοις διδάσκεται η των μυθικών χρόνων μόνον…Τα εν χρήσει αναγνωστικά βιβλία είναι σπανίως καλώς εκλεγμένα…» (17).
Παρόλα τα προβλήματα, σπουδαίοι δάσκαλοι εργάσθηκαν στα σχολεία της Θράκης, θεμελιώνοντας με τον καιρό ένα σύστημα παιδείας με ευρύτερες απηχήσεις στη διαμόρφωση κατ’ αρχήν της ελληνικής και κατ’ επέκταση της βαλκανικής παιδείας. Μάλιστα, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα Βούλγαροι μαθητές, φοιτώντας στα ελληνικά σχολεία της Θράκης, έγιναν φορείς του ελληνικού πνεύματος, μίλησαν και έγραψαν στην ελληνική γλώσσα, αισθάνθηκαν αδελφικά με τους Έλληνες και αγωνίστηκαν από κοινού έναντι του Οθωμανού κατακτητή (18). Όσον αφορά τους δασκάλους του Γένους, ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιους από τους σημαντικότερους, που συναντάμε στην Θράκη τον 19ο και 20ο αιώνα. Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής υπήρξε ο Ματθαίος ο Αινίτης, ο οποίος δίδαξε στη Σχολή των επιβατών και κατόπιν στην ΚΠολη από το 1802, ενώ το 1807 έγινε μητροπολίτης Αίνου. Ο Ιωάννης Λεοντόπουλος από το Μυριόφυτο (μαθητής του Ματθαίου Γανοχωρίτη) δίδαξε στην ΚΠολη, το Μυριόφυτο και τη Ραιδεστό, ενώ ήταν και συντάκτης του λεξικού «Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης» (19). Συγγενής του Οικουμενικού Πατριάρχη ΚΠόλεως Κυρίλλου Στ΄ (κατά κόσμον Κων/νου Σερμπετσόγλου) ήταν ο Στέφανος Καραθεοδωρής, ο οποίος ξεκίνησε γιατρός και δάσκαλος στη σχολή της Αδριανουπόλεως και την διεύθυνε για πολλά χρόνια. Το δε 1828 εισηγείται την ίδρυση Ιατρικής Σχολής στην ΚΠολη, στην οποία και δίδαξε για 40 περίπου χρόνια (20).

Ο καθηγητής της Μεγάλης Σχολής του Γένους Αναστάσιος Χουρμουζιάδης (1830-1898) καταγόταν από το χωριό Τσακίλι της επαρχίας Μετρών. Αφού δίδαξε λίγα χρόνια στο Γυμνάσιο Τραπεζούντας ξαναγύρισε ως καθηγητής στη Σχολή της ΚΠόλεως. Δάσκαλος του ενδοξότερου τέκνου της Θράκης, του Γεωργίου Βιζυηνού, υπήρξε ο Ηλίας Τανταλίδης από το Φανάρι ΚΠόλεως, ο οποίος δίδαξε ρητορική και ελληνικά γράμματα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1846-1876), από την οποία και αποφοίτησε. Καθηγητές στη Χάλκη διετέλεσαν οι Αδριανουπολίτες Χρήστος Παπαδόπουλος και Μιχαήλ Κλεόβουλος (ο δεύτερος υπήρξε διευθυντής και καθηγητής και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή) (21). Για πολλά χρόνια δίδαξε σε σχολεία της Θράκης μέχρι να καταλήξει στο Γυμνάσιο και στο Ζάππειο παρθεναγωγείο Αδριανουπόλεως ο Γεώργιος Λαμπουσιάδης. Δάσκαλος στο Γυμνάσιο Αδριανουπόλεως και σχολάρχης στο Σουφλί υπήρξε ο Κων/νος Κουρτίδης. Σπουδαίοι δάσκαλοι σχολών της Θράκης, που κατάγονταν από την Αδριανούπολη, υπήρξαν οι Χρήστος Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Ζώτος, Νικόδημος Παπαδόπουλος κ.ά. (22)

Ο καταγόμενος από την Στενήμαχο Βλάσιος Σκορδέλης δίδαξε στο Σχολείο της γενέτειράς του και κατόπιν διετέλεσε διευθυντής στο Γυμνάσιο Φιλιππουπόλεως. Στο Ζαρίφειο Διδασκαλείο Φιλιππουπόλεως δίδαξε και ο σημαντικότερος Έλληνας αρχαιολόγος της εποχής του Χρήστος Τσούντας (1857-1934) (23). Άλλοι σπουδαίοι Θρακιώτες λόγιοι και δάσκαλοι ήταν οι: Θεοδόσιος Προδρόμου (από τη Σωζόπολη), Κοσμάς Μερτίλος Αποστολίδης (από την Φιλιππούπολη) και Γεώργιος Γιαννακάκης (από το Ιντζέκιοϊ της Ραιδεστού) ̇ επίσης, οι Ραιδεστινοί Πολύκαρπος Ψωμιάδης, Γερμανός Στρινόπουλος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Κεντρώας Ευρώπης), Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, Αφροδίτη Θεοδωρίδου κ.ά. (24).

Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους Έλληνες λογίους που δίδαξαν στη Δυτική Θράκη, κατείχαν οι Ευστ. Καβάσιλας, Κων/νος Βλαχόπουλος, Γ. Αναστασόπουλος, Αδαμ. Ταμβακίδης και Ιωάννης Μαγκριώτης. Και τους αναφέρουμε ειδικώς, διότι η ελληνική παιδεία στη Δυτική Θράκη υπέστη τις καταστροφικές συνέπειες της βουλγαρικής κατοχής. Τα σχολεία έκλεισαν, η ελληνική γλώσσα απαγορεύτηκε και στα ελληνικά διδακτήρια στις γεωγραφικές περιφέρειες Ξάνθης (25), Κομοτηνής, Δεδέαγατς (Αλεξανδρουπόλεως) και Σουφλίου δεν υπήρχε ούτε ένας Έλληνας δάσκαλος. Μόνο στις περιοχές Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας (Καραγάτς), όπου επικρατούσε ένα ιδιόμορφο εδαφικό καθεστώς, οι Έλληνες δάσκαλοι κατάφεραν να ανασυγκροτήσουν τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων, κατά τη διασυμμαχική κατοχή (26). Τέλος, ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με στατιστικό πίνακα του 1907 του Οικουμενικού Πατριαρχείου ΚΠόλεως, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα των θρακικών μητροπόλεων δίδασκαν: 166 διδάσκαλοι σε 165 ιδρύματα της μητροπόλεως Ηρακλείας, 82 σε 66 ιδρύματα της μητροπόλεως Δέρκων, 197 σε 99 ιδρύματα της μητροπόλεως Αδριανουπόλεως, 94 σε 40 ιδρύματα της μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως, 84 σε 62 σχολεία της μητροπόλεως Διδυμοτείχου, 22 σε 9 ιδρύματα της μητροπόλεως Αίνου, 39 σε 30 σχολεία της μητροπόλεως Βιζύης, 52 σε 28 σχολεία της μητροπόλεως Μαρωνείας, 15 σε 8 σχολεία της μητροπόλεως Σωζοαγαθουπόλεως, 59 σε 34 ιδρύματα της μητροπόλεως Ξάνθης, 24 σε 13 σχολεία της μητροπόλεως Γάνου και Χώρας, 30 σε 25 σχολεία της μητροπόλεως Λιτίτσης και 34 σε 15 σχολεία της μητροπόλεως Καλλιουπόλεως (27).

Γ΄. Μαθητικό δυναμικό.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η φοίτηση στα ελληνικά σχολεία μέσης και ανώτερης βαθμίδας αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των αρρένων. Ακόμα και κάτω από την επίδραση των ιδεών του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού διαφωτισμού, η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε. Ο δε αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στα ελληνικά σχολεία ποίκιλε κατά περίπτωση και παρουσίασε σημαντική αύξηση στα τέλη του 18ου και κυρίως στις αρχές του 19ου αιώνα. Ως προς την κοινωνική τους προέλευση, οι μαθητές προέρχονταν, στην πλειονότητά τους, από τα λαϊκά στρώματα. Σύμφωνα με τον καθηγητή Κων/νο Χατζόπουλο, αυτό οφειλόταν στους εξής λόγους: α) χάρη στην τακτική της δωρεάν φοιτήσεως των νέων, που είχε καθιερώσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, β) στην υποστήριξη των κοινοτήτων, γ) στην μέριμνα των ιδρυτών-ευεργετών των σχολείων να φοιτούν σ’ αυτά οικότροφοι φτωχοί μαθητές, δ) στην χορήγηση υποτροφιών, χάρη στις δωρεές εύπορων Ελλήνων και ε) στην τάση και πολυτέλεια των πλουσίων να μορφώνουν τα παιδιά τους με οικοδιδασκάλους (28).

Χαρακτηριστικός και ενδεικτικός της καταστάσεως που επικρατούσε στο βιλαέτι Αδριανουπόλεως (29) στις αρχές του 20ού αιώνα, είναι ο συγκριτικός πίνακας που παραθέτει ο Κων/νος Βακαλόπουλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα στο σαντζάκι Αδριανουπόλεως συνολικά υπήρχαν 143 σχολεία, με 207 δασκάλους και 9258 μαθητές. Στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας υπήρχαν 37 σχολεία, με 60 δασκάλους και 2807 μαθητές. Στο σαντζάκι Σαράντα Εκκλησιών υπήρχαν 74 σχολεία, με 125 δασκάλους και 5792 μαθητές. Στο σαντζάκι Καλλιπόλεως υπήρχαν 71 σχολεία, με 121 δασκάλους και 7733 μαθητές. Στο σαντζάκι Δεδέαγατς υπήρχαν 31 σχολεία, με 55 δασκάλους και 2653 μαθητές. Τέλος, στο σαντζάκι Ραιδεστού υπήρχαν 416 σχολεία, με 651 δασκάλους και 32369 μαθητές (30).
Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία και για την Βόρεια Θράκη. Η Φιλιππούπολη αποτέλεσε το φάρο της ελληνικής παιδείας και τον πυρήνα της πολιτιστικής παρουσίας του ελληνισμού της Βόρειας Θράκης. Στις αρχές του 20ού αιώνα (στα 1903) στην επαρχία Φιλιππουπόλεως λειτουργούσαν περισσότερα από 32 εκπαιδευτικά ιδρύματα (γυμνάσιο, Αστικές Σχολές, ημιγυμνάσιο, νηπιαγωγεία, δημοτικά, παρθεναγωγεία και σχολαρχείο) και το μαθητικό δυναμικό ξεπερνούσε τις 3000 ψυχές (31). Βέβαια, έχουμε ήδη περάσει στην παρακμή των εκπαιδευτηρίων, η οποία ήταν παράλληλη με την αντίστοιχη της ελληνικής κοινωνίας, μετά την πραξικοπηματική κατάληψη της Φιλιππουπόλεως το 1885. Μέχρι το 1906 θα καταργηθεί η ελληνική κοινότητα της πόλεως και θα κλείσουν πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Δ΄. Οικονομικοί πόροι και κτιριακές εγκαταστάσεις.

Οι ανάγκες για την συντήρηση και λειτουργία των ελληνικών σχολείων δεν μπορούσαν να καλυφθούν από το επίσημο κράτος, ούτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (κυρίως τα πρώτα χρόνια της οθωμανοκρατίας). Η επίσημη Οθωμανική εξουσία απουσίαζε στον τομέα της κρατικής μέριμνας για την εκπαίδευση των μη μουσουλμάνων υπηκόων της. Οι πηγές εσόδων, λοιπόν, των ελληνικών σχολείων ήταν: α) οι δωρεές των εύπορων Ελλήνων του εσωτερικού και της διασποράς, β) η οικονομική ενίσχυση της τοπικής εκκλησίας, γ) οι χρηματοδοτήσεις των σχολείων από τις κοινότητες (κυρίως στις αρχές του 19ου αι.), δ) οι χρηματοδοτήσεις που πρόσφεραν οι διάφορες επαγγελματικές συσσωματώσεις (συντεχνίες) των βιοτεχνών ή των εμπόρων της πόλης που λειτουργούσε το σχολείο ή της ΚΠόλεως, και ε) τα δίδακτρα που κατέβαλαν ορισμένες κατηγορίες μαθητών (παιδιά εύπορων οικογενειών) (32).
Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πως ούτε σχολεία μπορούσαν να ανεγερθούν με κρατική μέριμνα. Έτσι, από τα μέσα του 18ου αιώνα και εξής παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια για στέγαση των σχολείων σε ιδιόκτητα κτίρια, ειδικά κατασκευασμένα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των λειτουργικών τους αναγκών. Οι φορείς που πρωτοστάτησαν και σ’ αυτή τη προσπάθεια ήταν η Εκκλησία, οι κατά τόπους κοινότητες, καθώς και η ιδιωτική πρωτοβουλία με τους φιλοπάτριδες Έλληνες ευεργέτες. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι προσπάθειες γενικεύτηκαν, έτσι ώστε, λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, τα περισσότερα από τα ελληνικά σχολεία να στεγάζονται σε ιδιόκτητα κτίρια, η λαμπρότητα των οποίων κίνησε το θαυμασμό ακόμη και των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέφτηκαν σ’ αυτήν την περίοδο την Ελλάδα (33).

Ε΄. Ευεργέτες της παιδείας.

Στην οργάνωση σχολείων και τη διάδοση των γραμμάτων συνεργάσθηκαν εποικοδομητικά με την Εκκλησία διάφοροι σύλλογοι, ιδιαίτερα φιλεκπαιδευτικοί, των θρακικών πόλεων. Ειδικότερα στη Θράκη η παιδεία σημείωσε αλματώδη πρόοδο, κυρίως μετά το 1861, λόγω της έντονης δραστηριότητας του «Θρακικού Συλλόγου» ΚΠόλεως. Ακολούθησε την πορεία που χάραξε ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος ΚΠόλεως», γνωστός και ως «Υπουργείο Παιδείας του αλύτρωτου Ελληνισμού» (34). Εξαιρετική ήταν και η δραστηριότητα του αθηναϊκού «Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων» υπέρ του ελληνισμού της Θράκης, καθώς και η «Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα “Αγαπάτε Αλλήλους”», η οποία ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ με συμμετοχή επιφανών Ελλήνων εμπόρων και τραπεζιτών, πρόθυμων να χρηματοδοτήσουν εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου ΚΠόλεως.

Υπό την γενική εποπτεία και καθοδήγηση, λοιπόν, της Εκκλησίας, με τη συμμετοχή των συντεχνιών, συχνά με πρωτοβουλία μορφωτικών συλλόγων και μεγάλων ευεργετών (35), που δεν φείδονταν εξόδων προκειμένου να προσφέρουν στους συμπατριώτες τους τα φώτα της παιδείας, μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, άρχισε ένας ιδιόμορφος αγώνας ευγενούς άμιλλας μεταξύ των θρακικών πόλεων για την ίδρυση σχολείων. Αρωγός στον εκπαιδευτικό και εθνικό αγώνα που διεξήγε ο ελληνισμός της Θράκης υπήρξε ο «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων». Κοντά του στάθηκαν πολλοί Θρακιώτες, που έχοντας τα οικονομικά μέσα, βοήθησαν την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας ιδρύοντας και αναγείροντας σχολεία και εξασφαλίζοντας με γενναίες επιχορηγήσεις τη λειτουργία τους, βοηθώντας έτσι το έργο των εκπαιδευτικών. Στους πατριώτες αυτούς ανήκει ο Γεώργιος Ζαρίφης (36) από την Πόλη, που ίδρυσε τα «Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια» (1875) στη Φιλιππούπολη και τα Θεραπειά και χρηματοδότησε την ανέγερση του νέου διδακτηρίου στης Μεγάλης Σχολής του Γένους. Ταυτόχρονα δε διέθετε μεγάλα ποσά για υποτροφίες σπουδαστών. Ο Γρηγόριος Μαρασλής (37) από την Φιλιππούπολη με τις προσφορές του βοήθησε στην ανέγερση πολλών εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, όπως η Μαράσλειος Σχολή (1900) στη Φιλιππούπολη, το Φανάρι και την Αθήνα.

Στους αδελφούς Θεοδωρίδη οφείλονται τα «Θεοδωρίδεια Εκπαιδευτήρια» Ραιδεστού και στους αδελφούς Γεωργιάδη το «Γεωργιάδειον» στην ίδια πόλη. Στην Αλεξανδρούπολη μεταφέρθηκαν τα «Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια» του είχαν ιδρύσει αρχικά στους Επιβάτες ο Σαράντης Αρχιγένης και η σύζυγός του Ελένη. Το διδασκαλείο αυτό κατόπιν μετονομάστηκε σε «Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία». Από τους Επιβάτες κατάγονταν και οι Αγγελής Καμινάρης, Βασ. Ελευθερόπουλος-Λογοθέτης, Θεμ. Γρηγοριάδης κ.ά. Χάρη στον Φώτιο Αναστασιάδη δημιουργήθηκε στις Μέτρες (Τσατάλτζα) η «Φωτάκειος Σχολή». Ανάμεσα στους πολυάριθμους ευεργέτες των Μετρών αξιομνημόνευτοι είναι οι Νείλος Πενταπόλεως, Ιωακείμ Καλλιπόλεως, Καλλίνικος Πρεσπών, Ιωακείμ Σκαρλατίδης, Δημήτριος και Πηνελόπη Κώστα, Νικ. Ζωγραφίδης και Τζεφρής Ιωάννου. Στην Κομοτηνή ο Χατζή Κωνσταντής Ζωΐδης προσφέρει σχολείο που λειτουργούσε στον περίβολο του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου, ενώ ο Νέστωρ Τσανακλής (38) ανέγειρε την «Τσανάκλειο Σχολή», στην οποία μέχρι πριν κάποια χρόνια στεγαζόταν η Πρυτανεία του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Στην Ξάνθη ίδρυσαν νηπιαγωγεία και διδακτήρια οι Παν. Στάλιος, Αθαν. Κουγιουμτζόγλου, Μιχ. Ματσίνης και Θεόδ. Ζαλάχας, ενώ στη Αλεξανδρούπολη η «Λεονταρίδειος Αστική Σχολή Αρρένων» ήταν προσφορά του Αντ. Λεονταρίδη (39). Στην χορεία των σπουδαίων Θρακιωτών ευεργετών συγκαταλέγονται οι Κων/νος Ξενοκράτης από το Σαμάκοβο, Χρ. Παπαδόπουλος (40) από την Αδριανούπολη, Δημ. Δοδόπουλος από τις Σαράντα Εκκλησιές, Γ. Χρυσοβέργης (41) από τη Στενήμαχο, Αντ. Κομιζόπουλος (ιστορικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρίας), Μιχ. Γκιουμουσγκερδάνης από την Φιλιππούπολη, Αλέξ. Κουμπάρης από τη Μεσημβρία και Βασίλειος Σουλήνης από τη Βάρνα.

Στην Αδριανούπολη ξεχωρίζει η μορφή του εθνικού ευεργέτη Πλάτωνα Ροδοκανάκη, ο οποίος ανέλαβε την διαχείριση της «Μασσαλιωτικής Σχολής» (μετά τη διάλυση του Μασσαλιωτικού Συλλόγου) και κατοπινής «Ροδοκανάκειου Σχολής». Η ελληνική παιδεία στην Αδριανούπολη, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, γνώρισε αλματώδη ποιοτική αναβάθμιση και αυτό μεταξύ άλλων οφείλεται και στις εισφορές των Θεόδ. Βαφειάδη, Κων/νου Βλαχόπουλου και Ολ. Λεμπεριάδου.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η προσωπική πρωτοβουλία και στην περίπτωση του Σταυροδρομίου. Το 1875 με πρωτοβουλία του μεγάλου ευεργέτη Κων/νου Ζάππα ιδρύεται στο Σταυροδρόμι το «Ζάππειον Παρθεναγωγείο». Ήδη, όμως, πριν το 1870 λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά σχολεία, όπως το Λύκειο του Ηπειρώτη Δ. Πεταλλίδη, το ελληνογαλλικό Λύκειο του Ν. Φρυδά, το Ελληνικό Λύκειο του Χριστοδούλου Καλωταίου, το Ελληνογαλλικό Παρθεναγωγείο Σοφίας Θερινού κ.ά. Στις αρχές μάλιστα του 20ού αιώνα παρατηρείται η σύσταση και άλλων ιδιωτικών λυκείων, όπως το Λύκειο Χατζηχρήστου, το Λύκειο Βασματζίδου, η Δημοτική Σχολή Π. Μουμτζή κ.ά. (42).

Επίσης, στον Σκοπό της Ανατολικής Θράκης δόθηκε σημαντική ώθηση της παιδείας χάρη στις συνδρομές των μεγαλύτερων ντόπιων οικογενειών, των Σγουρήδων, Σακαλήδων, Κόκκινων, Θεοφιλίδων (Θεοφίλογλου), Κωνσταντόπουλων (Κώτσογλου) κ.ά. Εκπαιδευτικά ιδρύματα, επίσης, ιδρύθηκαν χάρη σε χορηγίες και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, όπως στη Βιζύη, στην Τυρολόη (Τσορλού), στην Μάδυτο τα «Γαϊτανάκεια Εκπαιδευτήρια» προσφορά του Χατζή Στεφανή Γαϊτανάκη, στην Αίνο με την οικονομική συνδρομή του αρχιδιάκονου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων Ιώβ, αλλά και του Αινίτη Κ. Κουτσουρέλη (43).
Βέβαια, ο κατάλογος των φιλοπάτριδων Ελλήνων ευεργετών είναι μακρύς και δεν μπορούμε να τον παραθέσουμε στην παρούσα μελέτη. Γίνεται, όμως, αντιληπτό πως, χωρίς τις γενναίες χορηγίες των εύπορων Ελλήνων του εσωτερικού και του εξωτερικού, δεν θα είχε εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό και δεν θα είχε οργανωθεί η εκπαίδευση στις θρακικές περιοχές. Ευτυχώς, που, στους δύσκολους αιώνες που βίωσε και ο θρακικός ελληνισμός, βρέθηκαν άνθρωποι με ευαισθησίες, όραμα για το μέλλον, αγάπη για την πατρίδα και τα γράμματα και συμπλήρωσαν το τεράστιο κενό του επίσημου κράτους, το οποίο εκ των πραγμάτων δεν είχε και πολλές δυνατότητες δράσης. Η συμβολή τους, επομένως, υπήρξε σημαντική στην ανύψωση του πνευματικού επιπέδου των Θρακών και στη προαγωγή των ελληνικών γραμμάτων για την στήριξη και την δυναμική πορεία του Γένους.

ΣΤ΄. Εκπαιδευτικά ιδρύματα στη Θράκη.

Η πνευματική ακτινοβολία των εκπαιδευτικών κέντρων της Θράκης υπερέβη τα γεωγραφικά όριά της και απέκτησε ευρύτερες βαλκανικές και ευρωπαϊκές διαστάσεις. Επιφανείς δάσκαλοι, με επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια, εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις και ιεραποστολικό φρόνημα, εργάστηκαν με ζήλο στα συγκροτημένα σχολεία της Θράκης. Είναι αντιληπτό, ότι στην παρούσα μελέτη δεν μπορούμε να παραθέσουμε το σύνολο των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Θράκης, γι’ αυτό περιοριστούμε στο να παρουσιάσουμε μια γενική, αλλά αντιπροσωπευτική εικόνα της καταστάσεως, χωρίς αξιολογική σειρά. Όπως προαναφέρθηκε, η μεγάλη ανάπτυξη της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στη Θράκη παρατηρείται το δεύτερο μισό του 19ου. Ενδεικτικά, λοιπόν, αναφέρουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1878-1879 λειτουργούσαν σε ολόκληρη τη Θράκη (Βόρεια, Ανατολική και Δυτική) 307 ελληνικά σχολεία πρώτης βαθμίδας (12 νηπιαγωγεία, 147 προκαταρκτικά, 114 δημοτικά σχολεία αρρένων, 34 παρθεναγωγεία) και 43 3λληνικά σχολεία δεύτερης βαθμίδας (36 «ελληνικά», 5 γυμνάσια θηλέων και αρρένων και τα 2 Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια). Τα περισσότερα σχολεία λειτουργούσαν στο σαντζάκι Αδριανουπόλεως, στη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρουμελία) και στα σαντζάκια Σαράντα Εκκλησιών, Ραιδεστού, Καλλιπόλεως, Τσατάλτζας, Γκιουμουλτζίνας και Δεδέαγατς (44). Στη Δυτική Θράκη η ελληνική παιδεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στη Μαρώνεια, στην Αλεξανδρούπολη, στο Σουφλί, στο Διδυμότειχο και στο Ορτάκιοϊ. Στην Ξάνθη στα 1886 λειτουργούσαν 1 ελληνικό σχολείο ή ημιγυμνάσιο, 1 εξατάξια Αστική Σχολή, 1 οκτατάξιο παρθεναγωγείο και 4 νηπιαγωγεία. Όσον αφορά τα περίχωρα της Ξάνθης υπήρχαν σχολεία στα χωριά Γιανίκιοϊ (Σταυρούπολη), Γάβροβον (βόρεια της Ξάνθης), Γιάνιτζε (Γενισέα), Πολύστυλον (Άβδηρα), Κουγιούνκιοϊ (Κιμμέρια), Γιασίκιοϊ (Ίασμος) και Σαλή (νότια του Ιάσμου) (45). Η ελληνική παιδεία, όμως, είχε αναπτυχθεί και σε κάποια Πομακοχώρια στους ορεινούς όγκους της Ροδόπης. Έτσι, ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν στο Αλαμίδερε, στο Τσόκμαν, στο Κάτω και στο Άνω Ραΐκοβο, στο Πασμακλή, στο Λεβότζοβο, στο Πέτκοβο και στο Δερέκιοϊ.

Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν στην Κομοτηνή 1 ελληνικό σχολείο, 2 δημοτικά, 2 παρθεναγωγεία και 1 νηπιαγωγείο. Στις αρχές, όμως, του 20ού αιώνα λειτουργούσαν σε όλο τον καζά της Κομοτηνής 22 ελληνικά σχολεία με 1289 μαθητές. Στο Δεδέαγατς στα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν 1 Αστική Σχολή, 1 παρθεναγωγείο και 1 νηπιαγωγείο. Εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούσαν στις αρχές του επόμενου αιώνα στα χωριά Καβατζήκ, Ρουμτζούκι, Πασμακτσή και Μάκρη, αλλά και σε περιοχές της επαρχίας και μητροπόλεως Λιτίτσης, όπως στο Ορτάκιοϊ, στο Τσεκιρδεκλή και στο Ακ-Ανάλ. Σχολεία συναντάμε, επίσης, στο Σουφλί, στην Κορνοφωλιά, στη Δαδιά, στο Κιουπλί, στο Καγιατζήκ, στο Πάσκλησε, στο Διδυμότειχο (46) κ.α. (47). Επίκεντρο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Θράκη υπήρξε η Αδριανούπολη με μακρά παράδοση (48). Μάλιστα λέγεται ότι στην πόλη αυτή λειτούργησε η αρχαιότερη σχολή της Θράκης, καθώς υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξή της ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Αυτή η σχολή μεταφέρθηκε το 1711 σε κτίριο απέναντι από την Μητρόπολη και κατά τον 18ο και 19ο αιώνα δίδαξαν σ’ αυτήν μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους. Ιδρύθηκαν και άλλες σχολές, οι οποίες εξελίχθησαν σε Γυμνάσια, έτσι ώστε το 1922 μόνο στην Αδριανούπολη υπήρχαν 17 εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εδώ ήταν και η «Μασσαλιώτικη Σχολή» και μετέπειτα «Ροδοκανάκειος Σχολή». Επιπλέον, η ιδιωτική πρωτοβουλία προσέφερε πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα και στην Αδριανούπολη και βοήθησε στην αλματώδη ποιοτική αναβάθμιση της παρεχόμενης παιδείας. Σημαντικά σχολεία λειτουργούσαν και σπουδαίοι δάσκαλοι δίδαξαν και στα υπόλοιπα σχολεία της Ανατολικής Θράκης, όπως στις Σαράντα Εκκλησιές, στον Σκοπό, στη Βιζύη, στην Αγαθούπολη, στη Μήδεια, στο Μπουνάρ-Χισάρ (Βρύση), στη Ραιδεστό, στην Τυρολόη, στην Γανόχωρα, στα Μάλγαρα, στην Κεσσάνη, στην Αίνο (49), στην Καλλίπολη, στους καζάδες Μετρών (50), Σηλύβριας και στα χωριά της επαρχίας Δέρκων (51). Τέλος, σπουδαία κοιτίδα πολιτισμού υπήρξε η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη (52). Ήδη από τον 16ο αιώνα φαίνεται πως λειτουργούσε ελληνικό σχολείο. Την περίοδο 1809-1816 λειτουργούσε ανώτερη σχολή, ενώ μετά το 1834 ιδρύθηκαν και προκαταρκτικά κοινοτικά σχολεία. Το 1851 λειτουργούσε Παρθεναγωγείο, το 1857 ιδρύθηκε η Νέα Κεντρική Σχολή, το 1874/5 τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία με τα παραρτήματά τους και το 1900 ανεγέρθηκε η Μαράσλειος Σχολή.

Αξιόλογη πνευματική κίνηση σημειώθηκε και στην Αγχίαλο, στην Στενήμαχο και στα χωριά της (όπως στο Αμπελίνο και στο Τσιποχώρι), στον Πύργο και φυσικά στη Βάρνα, η οποία συντηρούσε μέχρι το 1907 7 σχολεία. Σχολεία υπήρχαν στη Μεσημβρία, στη Σωζόπολη, στην Κούκλενα, την Περιστερά, τα Άνω Βοδενά και στο Καβακλή. Η Αστική σχολή του Καβακλή, καθώς και η ελληνική σχολή των Καρυών υπήρξαν φημισμένες, δραστήριες και αντανακλούσαν την πολιτιστική ακτινοβολία της περιοχής.

* * *
Καταλήγοντας, να επισημάνουμε τον ευλογημένο και ευγενή ανταγωνισμό του 19ου αιώνα μεταξύ των θρακικών πόλεων, αλλά και μεταξύ επιφανών ή αφανών Θρακιωτών. Σκοπός όλων ήταν η ενίσχυση του έργου της ελληνικής παιδείας, το οποίο είχε επιφορτιστεί κατά κύριο λόγο η Εκκλησία. Σε κάθε πόλη της Θράκης δραστηριοποιήθηκαν, επιπλέον, σύλλογοι και σωματεία, που συσπείρωσαν τους Έλληνες και τους συστράτευσαν με σκοπό την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής καταστάσεως. Η ορμή όλων για την ανάσταση της παιδείας, θα οδηγούσε τελικά στην ελευθερία και στην εθνική αποκατάσταση.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 121. Περισσότερα για το «κρυφό σχολείο», βλ. στο ίδιο έργο σσ. 98-102.
2. Καραθανάσης, Περί τήν Θράκην, σ. 179, Βακαλόπουλος, Ιστορία του βόρειου ελληνισμού. Θράκη, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 78, Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σ. 74. Το κείμενο της συνοδικής εγκυκλίου στου Κ. Σάθα, Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄ (1572-1594), Εν Αθήναις 1870, σ. 91.
3. Περισσότερα για την ακτινοβολία του σπουδαίου αυτού εκπαιδευτικού ιδρύματος, βλ. Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. Α΄-Β΄, Αθήναι 1966-1971, Κ. Χατζόπουλου, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 60 κ.ε.
4. Leake, Researches in Greece, London 1814, σ. 228.
5. Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στην Θράκη, σ. 4.
6. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 22.
7. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 323.
8. Ευ. Κεκρίδης, «Η εκπαιδευτική κατάσταση της Θράκης στις αρχές του 20ού αιώνα:η περίπτωση του Βασιλικού», Θαρκική Επετηρίδα 10 (1995-1998) σ. 245.
9. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 143.
10. Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στην Θράκη, σ. 5.
11. Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α΄, σσ. κδ΄-κε΄.
12. Καραθανάσης, Περί την Θράκην, σσ. 193-194, Κοτζαγεώργη, «Χαρακτήρας και είδος της εκπαίδευσης του περιφερειακού Ελληνισμού: Τα ελληνικά σχολεία στην Αν. Ρωμυλία (Νότια Βουλγαρία), αρχές 19ου αι.-1885», Βαλκανικά Σύμμεικτα 7 (1995), σ. 73.
13. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 337-338.
14. Καραθανάσης, Περί τήν Θράκην, σ. 193.
15. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σ. 343. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τους φωτισμένους παιδα-γωγούς Κων/νο Κούμα, Γρ. Κωνσταντά, Γεω. Γεννάδιο, Βενιαμίν το Λέσβιο κ.ά., οι οποίοι, μεταξύ άλλων, συνέβαλαν στην εισαγωγή της «αλληλοδιδακτικής μεθόδου».
16. Μπέλια, Εκπαίδευση, σ. 126.
17. Μπέλια, Εκπαίδευση, σσ. 168-169.
18. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος-19ος αι.), Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 80-81.
19. Ευ. Σαβράμης, «Συμβολή εις την ιστορίαν των σχολείων της Θράκης», Θρακικά 7 (1936), σσ. 144-152.
20. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σ. 32 και 34. Περισσότερα για τον Στ. Καραθεοδωρή, βλ. Μανίκας, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 196-198.
21. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σ. 40 και σ. 42.
22. Μανίκας, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 205-210.
23. Ν. Μουτσόπουλος – Κ. Βακαλόπουλος – Αρ. Κεσόπουλος, Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σσ. 297-298, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica 51, σσ. 34-35 και Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σσ. 45-46.
24. Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σσ. 88-90.
25. Περισσότερα για την παιδεία στην Ξάνθη, βλ. P. Γεωργαντζή, Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης, J;anuh 1976, σσ. 153-158 και Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 353.
26. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 358-359.
27. Από τους «Στατιστικούς πίνακες των εκκλησιών, αγιασμάτων, ιερέων, σχολών, διδασκάλων και μαθητών των ιερών μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου», Θρακικά 15 (1941) σσ. 274-275.
28. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 349-350.
29. Περισσότερα για την παιδεία στην επαρχία Αδριανουπόλεως, βλ. Μανίκα, Η επαρχία Αδριανουπόλεως, σσ. 221-397.
30. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 355-356.
31. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 388.
32. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σσ. 313-319.
33. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία, σ. 324.
34. Βλ. Τ. Σταύρος, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος. Το Υπουργείον Παιδείας του Αλύτρωτου Ελληνισμού, Αθήνα 1967.
35. Για τους μεγάλους ευεργέτες, βλ. Κούκος-Τσιακίρη, Η προσφορά Θρακών, σσ. 38-39, Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 348-350, 365, 367, 370, Ν. Μουτσόπουλος – Κ. Βακαλόπουλος – Αρ. Κεσόπουλος, Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σσ. 294-296, Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού, σσ. 80-84 και Σοϊλεντάκης, Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού, σσ. 52-54.
36. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 525-530.
37. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 522-525.
38. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 542-546.
39. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σσ. 539-542.
40. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 470.
41. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης, σ. 454.
42. Πολ. Στράντζαλης, Η Σχολή της Παναγίας (1833) και το Ζωγράφειο Γυμνάσιο (1893) Κωνσταντινουπόλεως. Συμβολή στην ιστορία της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού, Αθήνα 2003, σσ. 86-87.
43. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 376-381.
44. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σ. 325.
45. Γεωργαντζής, Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης, σ. 155.
46. Για την παιδεία στο Διδυμότειχο, βλ. Κ. Κουρτίδης, «Τα γράμματα εις το Διδυμότειχον κατά τον δέκατον ένατον αιώνα», Θρακικά 13 (1940) σσ. 223-227.
47. Βακαλόπουλος, Ιστορία της μείζονος Θράκης, σσ. 357-358.
48. Για την εκπαίδευση στην ελληνική κοινότητα Αδριανουπόλεως, βλ. Γ. Κωνσταντινίδης, «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης», Θρακικά 19 (1944) σσ. 39-71.
49. Για τα εκπαιδευτήρια της Αίνου, βλ. Σαμοθράκης, Εκπαιδευτήρια Αίνου επί Τουρκοκρατίας, Θρακικά 17 (1942) σσ. 330-357.
50. Για την εκπαίδευση στην περιοχή των Μετρών, βλ. Αχ. Θ. Σαμοθράκης, «Το Δέλτα του Βυζαντίου», Θρακικά 20 (1944) σσ. 162-182.
51. Στοιχεία για τα σχολεία της επαρχίας, βλ. Αθ. Γαϊτάνος-Γιαννιός, «Από την Ανατολικήν Θράκην. Η επαρχία Δέρκων», Θρακικά 13 (1940) σσ. 108-156.
52. Για τα σχολεία της Φιλιππουπόλεως, βλ. Μυρτ. Αποστολίδης, «Τα ελληνικά εν Φιλιππουπόλει σχολεία επί τουρκοκρατίας και του βουλγαρικού καθεστώτος μέχρι της καταλύσεως της ελλ. κοινότητος», Θρακικά 2 (1929) σσ. 94-121 και Σωτ. Αντωνιάδης, «Η ελληνική εκπαίδευσις εν Φιλιππουπόλει», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 13 (1946-47) σσ. 75-95.

Βιβλιογραφία (κατ’ επιλογήν)

– Αντωνιάδης Σ., «Η ελληνική εκπαίδευσις εν Φιλιππουπόλει», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 13 (1946-47) σσ. 75-95.

– Αποστολίδης Μυρτ., «Τα ελληνικά εν Φιλιππουπόλει σχολεία επί τουρκοκρατίας και του βουλγαρικού καθεστώτος μέχρι της καταλύσεως της ελλ. κοινότητος», Θρακικά 2 (1929) σσ. 94-121.

– Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη, Θεσσαλονίκη 2000.

– Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία της μείζονος Θράκης = Βακαλόπουλος Κ., Ιστορία της μείζονος Θράκης. Από την πρώιμη οθωμανοκρατία μέχρι τις μέρες μας, Θεσσαλονίκη 2004.

– Γαϊτάνος-Γιαννιός Αθ., Από την Ανατολικήν Θράκην. Η επαρχία Δέρκων», Θρακικά 13 (1940) σσ. 108-156.

– Γεωργαντζής Π., Συμβολή εις την ιστορίαν της Ξάνθης, Ξάνθη 1976.

– Δημαράς Αλ. (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α΄, Αθήνα 1999.

– Ευθυμιάδης Απόστολος, Η συμβολή της Θράκης εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του Έθνους (από του 1361 μέχρι του 1920),

Αλεξανδρούπολη 2005.

– Ηλιόπουλος Θ. «Τσούντας», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica 51 (2007), ss 34-35.

– Καλαϊτζίδης, Η επαρχία Ραιδεστού = Καλαϊτζίδης Νικ., Η επαρχία Ραιδεστού. Από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως έως την Μικρασιατική καταστροφή (1453-1922), Θεσσαλονίκη 2007.
– Καραθανάσης, Περί την Θράκην = Καραθανάσης Αθ., Περί την Θράκην, Θεσσαλονίκη – Αθήνα 1996.
– Κεκρίδης Ευ., «Η εκπαιδευτική κατάσταση της Θράκης στις αρχές του 20ού αιώνα: η περίπτωση του Βασιλικού», Θρακική Επετηρίδα 10 (1995-1998), σσ. 245-246.
– Κούκος – Τσιακίρη, Η προσφορά των Θρακών = Κούκος Μ. – Τσιακίρη Ευ., Η προσφορά Θρακών εκπαιδευτικών στα γράμματα και στο Έθνος, Κομοτηνή 1997.
– Κουρτίδης Κων/νος, «Τα γράμματα εις το Διδυμότειχο κατά τον δέκατον ένατον αιώνα» , Θρακικά 13 (1940) σσ. 223-227.
– Κωνσταντινίδης Κ., «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης» , Θρακικά 19 (1944) σσ. 39-71.
– Leake W., Researches in Greece, London 1814.
– Μανίκας, Η επαρχία Ανδριανουπόλεως = Μανίκας Ιωάννης, Η επαρχία Αδριανουπόλεως. Εθνική, παιδευτική και εκκλησιαστική κίνηση στην Αδριανούπολη (1850-1922), Διδακτορική Διατριβή 1997.
– Μουτσόπουλος Ν. – Βακαλόπουλος Κ. – Κεσόπουλος Αρ., Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
– Μπέλια, Εκπαίδευση = Μπέλια Ελένη, Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912, Θεσσαλονίκη 1995.
– Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Οι Βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος-19ος αι.), Θεσσαλονίκη 2000.
– Παπαχριστοδούλου, Η παιδεία στη Θράκη = Παπαχριστοδούλου Πολ., Η παιδεία στη Θράκη τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνα, Εταιρία Θρακικών Μελετών, Αθήνα 1960.
– Σαβράμης Ευ., «Συμβολή εις την ιστορίαν των σχολείων της Θράκης», Θρακικά 7 (1936), σσ. 144-152.

– Σάθας Κ., Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του Ιερεμίου Β΄ (1572-1594), Εν Αθήναις, Τυπογραφείον Α. Κτενά και Σ. Οικονόμου, 1870.
– Σαμοθράκης Αχ., » Εκπαιδευτήρια Αίνου επί τουρκοκρατίας» , Θρακικά 17 (1942) σσ. 330-357.
– Σαραντής Μιλτ., «Το Δέλτα του Βυζαντίου», Θρακικά 20 (1944) σσ. 162-182.
– Σοϊλεντάκης Νικόλαος, Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού, Αθήνα 1996.
– Στράντζαλης Πολ., Η σχολή της Παναγίας (1833) και το Ζωγράφειο Γυμνάσιο (1893) Κωνσταντινουπόλεως. Συμβολή στην ιστορία της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού, Αθήνα 2003.
– Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία = Χατζόπουλος Κων/νος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991.