Λόγω οικογενειοκρατίας ή λόγω ιδεολογίας η κατάργηση του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών;

Του Αθανασίου Αγγελόπουλου*.

Πολύς θόρυβος με μείγμα υποκρισίας. Ενοχλείται το ΥΠΕΠΘ -και το κάμνει ο κ. Πανάρετος πρώτο θέμα στις τηλεοράσεις- γιατί μία ή δύο οικογένειες, με μέλη ΔΕΠ, επηρεάζουν δυσμενώς την ακαδημαϊκή αξιοκρατία στο θεσμικό πρόσωπο-Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών, επομένως τούτο να καταργηθεί. Εάν, όντως, αυτή και μόνη είναι η αιτία της τόσης ευαισθησίας, τότε θα έπρεπε να ζητηθεί πολύ πριν η κατάργηση -έτσι πομποδώς- άλλων τμημάτων και σχολών. Π.χ. η Ιατρική Αθηνών -σε τομείς και τμήματα- διαπρέπει στην οικογενειοκρατία, αφού «συνολικά 53 παιδιά και γαμπροί, 22 σύζυγοι, 12 ανίψια και 10 αδέλφια παλαιών καθηγητών πανεπιστημίου (…) συνθέτουν σήμερα το δένδρο της οικογενειοκρατίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών…» [βλ. άρθρο Απ. Λακασά στην «Καθημερινή» (21/11/2010) με θέμα τραγελαφικό «Στην Ιατρική Σχολή όλοι… μια οικογένεια»].

Αν δε επεκτείνουμε την έρευνα στις πολυτεχνικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές σχολές, τομείς και τμήματα, θα υποστούμε σοκ! Η οικογενειοκρατία στις θεολογικές σχολές των πανεπιστημίων μας είναι πταίσμα μπροστά στα ανωτέρω κακουργήματα. Η πεισματική επιδίωξη συρρίκνωσης των θεολογικών σχολών, με κατάργηση του ενός εκ των δύο -όλων κι όλων- τμημάτων στις δύο σχολές, και η αναπόφευκτη υπαγωγή τους ως δύο τμημάτων Θρησκειολογίας κάπου στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθηνών και Θεσσαλονίκης (μονοτμηματικές σχολές τι νόημα έχουν;) έχουν τις ρίζες τους στο 1982-’83 με τον νόμο-πλαίσιο του Λιάνη. Οι κακής κοπής τότε σοσιαλιστές το επεδίωκαν στη βάση του παντρέματος Ορθοδοξίας και υπαρκτού σοσιαλισμού-μαρξισμού, εκείνου του καταρρεύσαντος και αλήστου ήδη μνήμης.

Όμως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ο Απ. Κακλαμάνης, ο Στ. Παπαθεμελής (οι δύο τελευταίοι άριστη ηγετική δυάδα του ΥΠΕΠΘ) απέτρεψαν τούτο. Ας μην αναφερθούμε στις αντιδράσεις καθηγητών, φοιτητών, θεολογικών ενώσεων, που ήταν πρωτοσέλιδα στον Τύπο! Οι τότε αναρχο-χριστιανο-σοσιαλιστο-ανύπαρκτοι υπαρκτοί υποχώρησαν. Τώρα πάλι τα ίδια, με αφορμή φαινόμενα οικογενειοκρατίας. Το μάθημα των Θρησκευτικών επιχειρείται π.χ. να καταστεί -πλήρως αντισυνταγματικά- από υποχρεωτικό σε προαιρετικό, δηλαδή περιθωριακό (ευτυχώς που η καημένη η Ιστορία σώθηκε προς το παρόν), οι δε θεολογικές σχολές να εξοβελιστούν, με την κατάργηση ή συγχώνευση των τμημάτων Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, βάσει των δικαιολογητικών επιχειρημάτων του υφυπουργού Πανάρετου στο από 19/11/2010 έγγραφό του προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Οι θεολογικές σχολές, ως έχουν, ενοχλούν κάποιους εντός των κόλπων τους και κάποιους, κύρια, εκτός αυτών στο ΥΠΕΠΘ. Είναι διάχυτη η φήμη ότι μετά την κατάργηση του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών (ενοχλεί πολύ το «κοινωνική» για τη Θεολογία) θα ακολουθήσει και το ομοειδές της Θεσσαλονίκης Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας (εδώ ενοχλεί και το «Ποιμαντική»).

Η οικογενειοκρατία, κύριε υφυπουργέ, δεν κτυπιέται με καταργήσεις τμημάτων, μάλιστα των δύο ανωτέρω, με πολύ μεγάλη συμβολή στον διορθόδοξο, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό κόσμο, πέραν του ελληνορθόδοξου (πιστεύω ότι δεν ενοχλεί ο όρος «ελληνοορθοδοξία»). Πώς περιστέλλεται το κακό αυτό; Με σαφή δρακόντεια νομοθεσία: α) στη διαδικασία εκλογών μελών ΔΕΠ και β) στον έλεγχο ουσίας και νομιμότητας. Μη λησμονούμε ότι μέλη των περί ου ο λόγος οικογενειών και άλλων πολύ περισσοτέρων καταστάθηκαν διορισθέντες από το ΥΠΕΠΘ των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Τότε δεν τα έβλεπαν οι κυβερνήσεις; Δηλαδή, επειδή σήμερα το πολιτικό σύστημα, λόγω των πολιτικών μας, είναι ανυπόληπτο, διεφθαρμένο, διαπεριπλεκόμενο και απαξιωμένο με τις πάσης φύσεως διαπλοκές και λαμογιές, όπως οι ίδιοι το ανομολογούν –λυπούμαστε και απογοητευόμαστε οι πολίτες για τούτο, αφού εμείς τους εκλέγουμε–, η συνταγή του υπουργείου είναι να καταργηθεί κι αυτό, όπως εισηγείται να καταργηθεί ένα θεσμικό ακαδημαϊκό όργανο-μονάδα, λόγω οικογενειοκρατίας; Πολύ περισσότερο εδώ, όπου η οικογενειοκρατία στο πολιτικό μας σύστημα είναι σήμα κατατεθέν;

Εξάλλου, είναι δυνατόν στη βάση μόνο του αίματος, σαρκικού ή πνευματικού, να εισάγεται είδος ακαδημαϊκού ρατσισμού; Και, τέλος, εάν –ο μη γένοιτο– καταργήσετε το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών και το εντάξετε στο Τμήμα Θεολογίας Αθηνών για καλύτερα, οδηγείτε, κύριε υφυπουργέ, τα πράγματα από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, γιατί το Τμήμα Θεολογίας έχει και επιδόσεις ευνοιοκρατίας. Υπήρξα εισηγητής σε κάποιες εκλογές κι έχω ιδία γνώμη για τον βαθμό της αξιοκρατίας του τώρα. Υπάρχουν και πρόσφατα φαινόμενα, που τα γνωρίζει ο κύριος υφυπουργός, στο Τμήμα αυτό. Περίπτωση της «Ιστορίας των Σλαβικών Εκκλησιών» και παλαιότερα της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Υπαγωγή, λοιπόν, της οικογενειοκρατίας στην ευνοιοκρατία, ωραίο μείγμα.

Αμφότερα τα τμήματα της Θεολογικής Αθηνών διαθέτουν υγιείς ακαδημαϊκές δυνάμεις, καταξιωμένες με τις δικές τους ικανότητες και θυσίες αίματος και ιδρώτος. Στηριχθείτε σε αυτές, κύριε υφυπουργέ. Συμβουλευθείτε δε και την Εκκλησία της Ελλάδος, γιατί η Ακαδημαϊκή Θεολογία είναι και επιτελικό όργανο διακονίας υπέρ των σκοπών της στον κόσμο της Ορθοδοξίας, στον οποίο η Ακαδημαϊκή μας Θεολογία ηγείται σε πλείστους όσους τομείς, προς τιμήν της Εκκλησίας και της πατρίδας μας. Ο θυμόσοφος λαός μας συμβουλεύει ότι όταν πονάει δόντι, δεν κόβουμε κεφάλι, και ότι οι δεύτερες σκέψεις είναι φρονιμότερες των πρώτων.

* Πρόεδρος του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού, καθηγητής Α.Π.Θ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», στις 28 Νοεμβρίου 2010.

Αθανάσιος Αγγελόπουλος: Η Ελλάδα κράτος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κοινωνίας των Ελληνορθόδοξων

Του Αθανασίου Α. Αγγελόπουλου, καθηγητή Πανεπιστημίου, Προέδρου του Ι.Ε.Θ.Π.

Επανήλθε η συζήτηση για τα θρησκευτικά σύμβολα στο κράτος. Αφορμή, απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για καθαίρεση των συμβόλων στα σχολεία της Ιταλίας.

Δύο γνώμες προσέλκυσαν το ενδιαφέρον μου ως ιστορικού και δη εκκλησιαστικού ιστορικού: του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου και του αντιπροέδρου ε.τ. του ΣτΕ Αν. Μαρίνου (βλ. εφ. «Απογευματινή» 10/11 και 16/11 και «Βήμα» 22/11).
Ο κ. καθηγητής γνωματεύει υπέρ της απόφασης του ΕΔ με σκεπτικό ότι άλλο είναι το κράτος και άλλο η κοινωνία. Λέγει: «Η κοινωνία δικαιούται να έχει θρησκευτικές απόψεις. Το κράτος είναι αυτό που δεν δικαιούται να θρησκεύεται» για τα δικαιώματα «στις μειονότητες και στους μεμονωμένους πολίτες» («Απογευματινή» 10/11).
Η διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας ανατρέχει στην ιστορική αντιπαλότητα της θρησκεύουσας κοινωνίας, στο πρόσωπο του Ρωμαιοκαθολικισμού – Παπισμού, στην Αρχή των εθνικών κρατών στη Δύση (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία). Η λύση στο πρόβλημα (παπικό κράτος, θρησκευτικοί πόλεμοι κ.λπ.) ήταν ο πλήρης ή μετριοπαθής χωρισμός κράτους και θρησκείας, είτε βίαια είτε από συμφώνου. Έτσι κάπως συγκροτήθηκαν τα λαϊκά κράτη της Ευρώπης, με ακραία περίπτωση τη Γαλλία. Μη λησμονούμε ότι εδώ φυλακίστηκε ο Πάπας. Ο τελευταίος περιορίστηκε στο κράτος-σύμβολο του Βατικανού.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Τι αναλογία μπορεί να υπάρχει μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας π.χ. ή Ιταλίας, ως προς τις γενεσιουργές αιτίες ίδρυσής τους; Καμία. Η Ελλάδα ως κράτος συγκροτήθηκε όχι λόγω αντιπαλότητας θρησκείας και κοινωνίας, αντιθέτως μάλιστα, ένεκα της πολλής στενής συνεργασίας των δύο, στην ουσία του ενός, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν και παρέμεινε λαϊκή, από τα σπλάχνα του λαού. Προέκυψε κράτος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κοινωνίας του Ελληνορθόδοξου γένους.
Πώς αυτό; Η Εκκλησία λειτούργησε ως μπροστάρης στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Περί τους 80 αρχιερείς και περίπου 8.000 ιερείς έδωσαν το αίμα τους· πέραν των υλικών προσφορών σε αμέτρητο χρήμα και ενδιαιτήματα (μονές, μετόχια, εκκλησιές, ιδρύματα κ.λπ.). Οι πρωταγωνιστές της ελευθερίας με λόγους, γραπτά και συμπεριφορές μιλούν γιατί αγωνίστηκαν και για ποιο κράτος, «για του Χριστού την πίστη την αγία και για της πατρίδος την ελευθερία». Η πίστη αυτή αποτυπώθηκε στο εθνικό σύμβολο, τη σημαία με τον σταυρό και τα χρώματα της Ελλάδος, το άσπρο και το γαλάζιο. Έτσι εξηγείται ότι στις πρώτες κυβερνήσεις της επαναστατημένης Ελλάδος οι αγωνιστές κληρικοί-επίσκοποι διορίζονταν υπουργοί Δικαιοσύνης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Έκτοτε, η συμπόρευση Πολιτείας και Εκκλησίας προάγεται ποιοτικά στο πλαίσιο σιγά σιγά σαφών διακριτών ρόλων στο ίδιο κράτος, όπου ως σήμερα το 98% των πολιτών της ανήκουν χαλαρά ή σφιχτά στο περιβάλλον αυτής της ελληνορθοδοξίας. Σήμερα, μάλιστα, η διακριτότητα αυτή ρόλων κατέστη σχεδόν ιδανική, με το σύστημα όχι χωρισμού αλλά περίπου συναλληλίας σχέσεων. Η Εκκλησία είναι ανεξάρτητη στα του οίκου της, ως προς την όλη διοίκησή της, χωρίς κυβερνητικούς, τέως βασιλικούς, επιτρόπους και γενικούς γραμματείς και Φαρισαίους. Συνεργασία ασκείται στην κοινωνία των πολιτών και πιστών, άσχετα από θρήσκευμα και χρώμα, μειοψηφίες ή πλειοψηφίες πάσης φύσεως. Εδώ να τονιστεί η ύπαρξη από τη Συνθήκη της Λωζάννης και μιας επίσημης θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας, πρότυπο-παράδειγμα ίσων δικαιωμάτων με τους συνοίκους χριστιανούς. Σεβασμός από κοινού ορίζεται στα θρησκευτικά σύμβολα και στη θρησκευτική αγωγή των βαλλόμενων για τους προεκτεθέντες ιστορικούς και πολιτισμού λόγους. Αυτά κατοχυρώνουν το Σύνταγμα, οι νόμοι και για την Εκκλησία της Ελλάδος ο Καταστατικός Χάρτης – Κώδικας του Κράτους, κατά τους θ. και ι. κανόνες της. Για τέτοιο κράτος έχυσαν το αίμα τους οι προπάτορές μας. Σεβαστή και φίλη η γνώμη, σεβαστότατη και φίλτατη όμως η αλήθεια.
Εξάλλου η γνώμη του κ. Μαρίνου εδράζεται σ’ αυτήν την ιστορική και σημερινή πραγματικότητα συμπόρευσης Πολιτείας και Εκκλησίας στο ίδιο κράτος. Συμπεραίνει: «Στην Ελλάδα και με βάση τα οριζόμενα στο ελληνικό Σύνταγμα, δεν θεσπίζεται χωρισμός Κράτους από την Εκκλησία ούτως ώστε να κάνουμε λόγο για λαϊκό κράτος και συνεπώς για υποχρέωση τηρήσεως θρησκευτικής ουδετερότητας εκ μέρους της Πολιτείας και, κατ’ επέκτασιν, για απαγόρευση αναρτήσεως θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους». («Βήμα» 22/11.)
Κατοχυρώνεται το συμπέρασμα με την απόφαση του ΕΔΑΔ για το ανακύψαν ζήτημα της Ιταλίας, που έχει δεδομένο το γεγονός ότι η Ιταλία έχει καθεστώς λαϊκού κράτους, όπως και η Γαλλία, πλην της Αλσατίας και της Λωραίνης, όπου υφίσταται σεβασμός των θρησκευτικών συμβόλων, κατόπιν συμπόρευσης Πολιτείας και Εκκλησίας επιτόπου. Η απόφαση δικαιολογεί και τον σεβασμό των θρησκευτικών συμβόλων και στην Ελλάδα, λόγω ιστορίας και κληρονομιάς, όπως στην Αλσατία.
Επί λέξει η απόφαση για την Ιταλία στις υπ’ αριθμ. 30 και 38 διατυπώσεις-αιτιολογήσεις: «Με την επιβολή της υποχρεώσεως να εκτίθεται ο Εσταυρωμένος στις σχολικές αίθουσες διδασκαλίας, το Κράτος προσδίδει στη ρωμαιοκαθολική θρησκεία μια προνομιακή θέση…», διότι «…η έννοια του λαϊκού Κράτους (όπως η Ιταλία δική μας διευκρίνιση) σημαίνει ότι το Κράτος πρέπει να παραμένει ουδέτερο και να τηρεί ίσες αποστάσεις έναντι των θρησκειών».
Αντιθέτως «…οι εθνικές Αρχές έχουν ένα ευρύ πλαίσιο εκτιμήσεως επί θεμάτων σύνθετων και ευαίσθητων, συνδεδεμένων στενώς με την πνευματική καλλιέργεια και την Ιστορία… στην Ευρώπη υπάρχει ποικιλία στάσεων έναντι του ζητήματος αυτού όπως π.χ. στην Ελλάδα όπου για όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές τελετές προβλέπεται η ενεργός συμμετοχή ενός λειτουργού της ορθόδοξης λατρείας, επιπλέον δε τη Μεγάλη Παρασκευή υπάρχει εθνικό πένθος και όλα τα γραφεία και τα εμπορικά καταστήματα είναι κλειστά, όπως ακριβώς στην Αλσατία» (βλ. «Βήμα», 22/11).
Κατόπιν τούτων, ο πολίτης διερωτάται γιατί τόση πρεμούρα για την καθαίρεση των ιερών συμβόλων στην πατρίδα μας; Αφού και το ΕΔΑΔ κατά τα ανωτέρω δεν διαφωνεί; Η πατρίδα μας πάσχει από άλλα ουσιώδη: τη διαφθορά και την αναξιοκρατία του κράτους, την τρομοκρατία και την υπονόμευση της ποιοτικής δημοκρατίας. Τα θρησκευτικά σύμβολα μας θυμίζουν τις αρχές της αρετής και της δικαιοσύνης κατά της διαφθοράς, της αξιοκρατίας κατά της αναξιοκρατίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας κατά της τρομοκρατίας για τις οποίες οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν για να έχουμε εμείς σήμερα κράτος. Εάν θέλουμε άλλο κράτος, αυτό είναι ζήτημα της κοινωνίας και όχι μεμονωμένων πολιτών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Παρόν» στις 6/12/2009 και επαναδημοσιεύθηκε, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, στην «Απογευματινή» και στην εφημερίδα «Ολύμπιο Βήμα» της Κατερίνης.