Η νέα μεταρρύθμιση στην Ανώτατη Παιδεία. Πρώτη φορά μετά το 1982 επιχειρείται – και επιβάλλεται – ριζική αντιμετώπιση.

Από την καθηγητική πείρα 40 χρόνων στο Πανεπιστήμιο.

Αθανάσιος Αν. Αγγελόπουλος.
Καθηγητής Πανεπιστημίου, του Α.Π.Θ.

1. Το 1982, με τον τότε Νόμο-Πλαίσιο, καταργείται το καθεστώς της παντοδυναμίας της καθηγητικής Έδρας. Απ’ αυτήν απέρρεε η αυθεντία των Πρυτανικών και Κοσμητορικών Αρχών και της Συγκλήτου με την τάξη και την σειρά από όλες τις Σχολές και με σεβασμό της αρχαιότητος των Καθηγητών και των Σχολών.
Το διοικητικό εκείνο σύστημα διέθετε κύρος και αίγλη, πλην κατέστη ολιγαρχικό, ως καθαρά καθηγητοκεντρικό, και συνεπώς αυταρχικό και αλαζονικό. Η αξιοκρατία, εν τούτοις, άντεχε και απέδιδε, παρά της τάσεως ευνοιοκρατίας και οικογενειοκρατίας. Ο Καθηγητής Πανεπιστημίου ήτο θεσμός σεβαστός και αποδεκτός με ευγένεια και σεβασμό από την Πολιτεία και την Κοινωνία, ασχέτως προσωπικού περιεχομένου.

    2. Το διάδοχο μεταρρυθμιστικό σχήμα – ο Νόμος-Πλαίσιο του 1982 – διέλυσε το προαναφερθέν. Η πανεπιστημιακή διοίκηση-εξουσία από τους λίγους, τους Καθηγητές, πέρασε στους πολλούς, σ’ όλους τους φορείς, επί το δημοκρατικότερο, με έμφαση την προνομιακή θέση στο νέο καθεστώς διοικήσεως του φοιτητικού κινήματος. Ήσαν οι συγκυρίες, μετά το Πολυτεχνείο του 1973, που πολιτικά το δικαιολογούσαν. Ευνοήθηκαν και οι άλλοι φορείς, παράλληλα με τα Μέλη ΔΕΠ.
Στα πλαίσια ανακατανομής και ισορροπίας της εξουσίας και της ακαδημαϊκής διαδικασίας, αποκαταστάθηκαν ακαδημαϊκές αδικίες, απελευθερώθησαν και αποδόθηκαν στον ακαδημαϊκό στίβο νέες αξιόλογες δυνάμεις και γενικά και ειδικά έγιναν αξιόλογα πράγματα σ’ όλα τα επίπεδα.

    3. Όμως η διοικητική πολυκεντρικότητα μεταξύ Πρυτανείου, Σχολών, Τμημάτων, Τομέων, Διοικητικών Συμβουλίων, Γεν. Συνελεύσεων και άλλων Φορέων συν τα εξωθεσμικά συνδικαλιστικά όργανα έθεσαν στο περιθώριο το μέτρο και τις ισορροπίες. Από την ολιγαρχία του πριν φτάσαμε στην πολυαρχία του νυν. Σταδιακά παραμελήσαμε το κυρίως έργο ˙ τις Ακαδημαϊκές Σπουδές, την έρευνα και την συγγραφή, προπαντός και στοιχειωδώς, πρακτικών διδακτικών εγχειριδίων για τους φοιτητές. Έχουμε πάμπολλες περιπτώσεις κατά Σχολές και Τμήματα, που Καθηγητές δι’ όλης της σταδιοδρομίας των δεν πρόλαβαν ένα διδακτικό εγχειρίδιο να γράψουν, γιατί ήσαν απασχολημένοι με άλλες δραστηριότητες. Τις θεωρήσαμε από κυρίως έργο πάρεργο. Κυριαρχούν και καταναλώνουν πολύτιμο χρόνο τα πάσης φύσεως διοικητικά όργανα, με συμμετοχή σ’ αυτά, με διασταλτικές ερμηνείες, «ακόμη και της κουτσής Μαρίας», κατά το δη λεγόμενο. Ο ακαδημαϊκός χρόνος δαπανάται, κατά το πλείστο, σε διοικητικά και συνδικαλιστικά ενδιαφέροντα και όργανα εντός και εκτός Πανεπιστημίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ένα 10% περίπου των Καθηγητών μένει αφοσιωμένο στο κυρίως έργο των Σπουδών, των Προγραμμάτων και των Φοιτητών. Πολύς συνωστισμός στην διοικητική εξουσία, με το σύνθημα «για ένα καλύτερο Πανεπιστήμιο». Πολυαρχία, λοιπόν, και γι’ αυτό πολυγνωμία, άρνηση και λίγο αποτέλεσμα σωστό.

    4. Δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Πρώτον, το άσυλο και οι ακαδημαϊκές ελευθερίες ή η καημένη «ελεύθερη διακίνηση ιδεών» στο Πανεπιστήμιο. Πρόβλημα μέγα εν τέλει, με απτές όμως κακές πρακτικές συνέπειες στον πνευματικό αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο της Παιδείας, της Πολιτείας και της Κοινωνίας, πλην επί 30 χρόνια άλυτο και εν τούτοις πάντα επίκαιρο. Διά τούτο και μόνο η Κοινωνία μας έχει απορρίψει και αηδιάσει και ως πολιτικό και ως εκπαιδευτικό σύστημα.
Δεύτερο, να αναφερθούμε και στις εκλογικές διαδικασίες για Μέλη ΔΕΠ; Τα καταφέραμε οι ακαδημαϊκοί Διδάσκαλοι, ώστε σιγά-σιγά αυτές να φθίνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρούνται ως προαγωγές δημοσίων υπαλλήλων. Πώς αυτό; Στα πλαίσια: λίγου συγγραφικού έργου επί τούτου, για να το εγκαταλείψουμε στη συνέχεια, ασχολούμενοι με άλλα, μόλις «δέσουμε τον γάιδαρό μας» ˙ λίγης ευνοιοκρατίας ή οικογενειοκρατίας ˙ λίγης συνδικαλιστικής δράσης και πολιτικής παρέμβασης.
Η αξιοκρατία δραπέτευσε σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη. Τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια – πλην δυο-τριών εξαιρέσεων; – πέτυχαν να είναι πρώτα από τα τελευταία, στις διεθνείς αξιολογήσεις. Ευτυχώς, ότι υπάρχουν και κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις μεμονωμένων Πανεπιστημιακών Ερευνητών, που μας ξελασπώνουν διεθνώς. Τα παραπάνω είναι απαύγασμα της πείρας του γράφοντος. Υπάρχουν και χειρότερα ˙ πλην δεν είναι του παρόντος.

    5. Μετά μία 30ετία του κατεστημένου του 1982 της πολυαρχίας επιβάλλεται και επείγει νέα τομή, πριν οδηγηθούμε σε γάγγραινα. Δύο προηγούμενες πολιτικές προσπάθειες βελτίωσης των πραγμάτων, στην βάση όμως του νόμου 1982, μια επί ΥΠΕΠΘ Σουφλιά παλιότερα και μια πρόσφατη το 2007 επί ΥΠΕΠΘ Γιαννάκου, παρ’ ότι έγινε εξαντλητικός διάλογος, όχι καλοκαίρι αλλά μήνες ακαδημαϊκής δράσης ατελείωτους, με απεργίες και πυρπολήσεις και βανδαλισμούς στο κέντρο των Αθηνών και αλλού, ουδέν ουσιαστικό απέδωσαν. Η συνταγή ήταν φαρμακευτική αγωγή, ενώ επιβάλλεται τομή-εγχείριση. Το 2007 ιδίως πολύς θόρυβος για το πολύ λίγο. Ώδυνεν όρος και έτεκε μύν. Προσθαφαιρέσεις, κόψε-ράψε, του ιδίου Νόμου 1982.
Τώρα, φαίνεται, έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο, ή το χτένι στον κόμπο, μέσα στην γενικώτερη δίνη της πρωτοφανούς οικονομικής και ηθικής κρίσης στη χώρα μας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια της Ευρωζώνης. Το ίδιο Κόμμα ως Κυβέρνηση έκαμε την τομή του 1982. Αυτό το ίδιο επέπρωτο τώρα να εξισορροπήσει και συνθέσει εκ νέου τα πράγματα με νέα τομή.

    6. Η φιλοσοφία του προσχεδίου δείχνει ότι η Πολιτεία θέλει τώρα και να αποκαταστήσει όποια σωστά παλιά και να καινοτομήσει νέα πράγματα στο δίπολο: Διοίκηση αφ’ ενός και Ακαδημαϊκές Σπουδές και Προγράμματα απαιτήσεων αφ’ ετέρου, με ανάπτυξη αλλά όχι σπατάλη. Υπό τις νέες εγχώριες και διεθνείς συνθήκες οικονομίας και πολιτικής.
Κακά τα ψέματα. Το σημερινό πανεπιστημιακό κατεστημένο δεν μπορεί να ασκεί αποτελεσματική διοίκηση ως έχει, για να αξιοποιήσει και προσελκύσει πόρους προς εξυπηρέτηση του κυρίως σκοπού, που είναι οι όντως ακαδημαϊκές Σπουδές, ως εργαλείο όμως αιχμηρό και υλικής και πνευματικής ανάπτυξης δι’ άλλης νοοτροπίας. Επέστη ο χρόνος οι Ακαδημαϊκοί Διδάσκαλοι και οι Φοιτητές διδασκόμενοι ως σύνολο να αφοσιωθούν στο καθ’ αυτό έργο των, στις Σπουδές, στην έρευνα, στην διδασκαλία και στην συγγραφή απερίσπαστοι, αναταγμένοι και αναβαθμισμένοι και επομένως συνεχώς αξιολογούμενοι. Ο θεσμός του Καθηγητού Πανεπιστημίου είναι από μόνος ύψιστο προνόμιο για τον κατέχοντα αυτόν, είναι το άπαν και, ευτυχώς ακόμη, παρά το χαρακίρι, προβεβλημένος. Αρκετά με την αλαζονεία της διοίκησης. Οι Καθηγητές εκλέγονται βάσει υποβαλλόμενου, κατά νόμο, συγγραφικού και όχι διοικητικού έργου.

    7. Το νέο σχήμα ευέλικτης διοίκησης με το Συμβούλιο είναι συνάρτηση του αυτοδιοικήτου στο Πανεπιστήμιο, κατά το Σύνταγμα. Αφού συγκροτείται με άμεση εκλογή από το κυρίαρχο Σώμα των Καθηγητών και των Φοιτητών κατά το ήμισυ. Το δε άλλο ήμισυ πάλι εκλέγεται από τους ειδικούς του πρώτου μισού. Δεν είναι αρμόδιο εξ αντικειμένου το όλο Εκλεκτορικό Σώμα να επιλέξει και τους εξωτερικούς ειδικούς-Μέλη του Συμβουλίου, χωρίς να αλλοιωθεί και βλαφτεί η φιλοσοφία του Συμβουλίου. Οι εκλεγμένοι ειδικοί το μπορούν ακριβέστερα.
Περαιτέρω, η μετατροπή των Τμημάτων από διοικητικά ανεξάρτητα όργανα σε Προγράμματα Σπουδών υπό Δ/ντή Σπουδών στοχεύει πολύ σωστά στην έξαρση του κυρίου, αλλά ατροφικού, ως παραμεληθέντος, βραχίονος των Ακαδημαϊκών Σπουδών. Θα μπορούσε να ισχυρισθεί ο γράφων ότι ο θεσμός των Τομέων, ως μονάδων Σπουδών και Προγραμμάτων και Ερευνών, λειτούργησε γενικά καλά και παραγωγικά.
Επίσης, η επάνοδος του θεσμού του Κοσμήτορος των Σχολών στο πρότερο κύρος και από διακοσμητικό σε ενεργό διοικητικό συντονιστικό ρόλο είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Αποσυντίθεται έτσι το υφιστάμενο κράτος αυθαιρεσίας, πολυαρχίας, παραγκωνισμού και διαπλοκής διά των Τμημάτων στις Σχολές, στη Σύγκλητο και στο Πρυτανείο. Η εκλογή και ο διορισμός του Πρυτάνεως και των Κοσμητόρων από το Συμβούλιο Διοίκησης περιστέλλει, θεσμικά πλέον, το κακό της πολυαρχίας και το ανευθυνοϋπεύθυνο νεφέλωμα στο όλο οικοδόμημα του Πανεπιστημίου. Υπόλογος ο Πρύτανης και ο Κοσμήτορας σαφώς μόνο στο Συμβούλιο. Είδαμε τα τελευταία χρόνια πώς αναποτελεσματικά πολιτεύθηκε ο θεσμός της Συγκλήτου. Είναι «ευφήμως» γνωστές οι Σύγκλητοι στην Κοινωνία από τις φοιτητικές και άλλες καταλήψεις και πράξεις βανδαλισμού, που επωμιζόμαστε όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες, και για την εν γένει αβουλία των. Ο ρόλος της Συγκλήτου μόνο γνωμοδοτικός και συμβουλευτικός. Η φιλοσοφία για το υπόλογο ενώπιον της Πανεπιστημιακής Κοινότητος, που ποιείται τις εκλογές, παραπέμπει στην λαϊκή ρήση «πάρτ’ τ’ αυγό και κούρεφτο».

    Τέλος, ορθές οι αξιολογήσεις των καθηγητών, πολλοί των οποίων στην σιγουριά τους ξεσκονίζουν μόνο τα βιβλία. Ξέχασαν το διάβασμα. Στα Πανεπιστήμια που πρωτεύουν σε Αμερική και Ευρώπη η αξιολόγηση είναι θεσμός. Προέχει όμως για να έχουν νόημα οι αξιολογήσεις να προηγούνται αξιοκρατικές εκλογές στην δρακόντεια πλέον βάση σεβασμού, ως προς την συγκρότηση Εισηγητικών Επιτροπών και Εκλεκτορικών Σωμάτων, των ειδικοτήτων ως προς τα προκηρυσσόμενα γνωστικά αντικείμενα, κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ αλχημίαν, μεταξύ των εν ενεργεία ή και των συνταξιούχων Καθηγητών από το εξωτερικό ή το εσωτερικό, εφ’ όσον εδώ δρουν, προάγοντες την συγγραφή, την έρευνα και προβληματιζόμενοι ενεργά στα ΚΟΙΝΑ. Εδώ να γίνει συναφώς η παρατήρηση ότι η μετάβαση από το κλασικό τυπωμένο διδακτικό Βιβλίο ή βοήθημα στο ηλεκτρονικό χρειάζεται, οπωσδήποτε, 5ετία. Ένα διδακτικό βιβλίο, συνοδευόμενο και από ένα βοήθημα, εξυπηρετεί τον φοιτητή πληρέστερα. Επίσης, την τελευταία 5ετία προ της συνταξιοδοτήσεώς τους οι Καθηγητές θα είναι αφοσιωμένοι στα ακαδημαϊκά καθήκοντα και όχι και στα διοικητικά όργανα.

Οι αντιδράσεις των Πρυτάνεων και των Συγκλήτων, ως της Κορυφής του Παγόβουνου-Κατεστημένου, με απειλές, μάλιστα, ότι θα κλείσουν από τον Σεπτέμβριο τα Πανεπιστήμια, ως εάν να είναι ιδιοκτησία τους – μπορούν και να καούν τα Πανεπιστήμια – αναπέμπει στην συντήρηση του απερχομένου χαλαρού καθεστώτος. Η Κοινωνία έχει απορρίψει ανεπιστρεπτί τις τακτικές αυτές. Η Πολιτεία επί 30 χρόνια δοκίμασε το καθεστώς αυτό. Θέλει να το ανανεώσει ριζικά τώρα. Το απαιτούν των ημερών μας οι μεγάλες ανατροπές.

Λόγω οικογενειοκρατίας ή λόγω ιδεολογίας η κατάργηση του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών;

Του Αθανασίου Αγγελόπουλου*.

Πολύς θόρυβος με μείγμα υποκρισίας. Ενοχλείται το ΥΠΕΠΘ -και το κάμνει ο κ. Πανάρετος πρώτο θέμα στις τηλεοράσεις- γιατί μία ή δύο οικογένειες, με μέλη ΔΕΠ, επηρεάζουν δυσμενώς την ακαδημαϊκή αξιοκρατία στο θεσμικό πρόσωπο-Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών, επομένως τούτο να καταργηθεί. Εάν, όντως, αυτή και μόνη είναι η αιτία της τόσης ευαισθησίας, τότε θα έπρεπε να ζητηθεί πολύ πριν η κατάργηση -έτσι πομποδώς- άλλων τμημάτων και σχολών. Π.χ. η Ιατρική Αθηνών -σε τομείς και τμήματα- διαπρέπει στην οικογενειοκρατία, αφού «συνολικά 53 παιδιά και γαμπροί, 22 σύζυγοι, 12 ανίψια και 10 αδέλφια παλαιών καθηγητών πανεπιστημίου (…) συνθέτουν σήμερα το δένδρο της οικογενειοκρατίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών…» [βλ. άρθρο Απ. Λακασά στην «Καθημερινή» (21/11/2010) με θέμα τραγελαφικό «Στην Ιατρική Σχολή όλοι… μια οικογένεια»].

Αν δε επεκτείνουμε την έρευνα στις πολυτεχνικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές σχολές, τομείς και τμήματα, θα υποστούμε σοκ! Η οικογενειοκρατία στις θεολογικές σχολές των πανεπιστημίων μας είναι πταίσμα μπροστά στα ανωτέρω κακουργήματα. Η πεισματική επιδίωξη συρρίκνωσης των θεολογικών σχολών, με κατάργηση του ενός εκ των δύο -όλων κι όλων- τμημάτων στις δύο σχολές, και η αναπόφευκτη υπαγωγή τους ως δύο τμημάτων Θρησκειολογίας κάπου στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθηνών και Θεσσαλονίκης (μονοτμηματικές σχολές τι νόημα έχουν;) έχουν τις ρίζες τους στο 1982-’83 με τον νόμο-πλαίσιο του Λιάνη. Οι κακής κοπής τότε σοσιαλιστές το επεδίωκαν στη βάση του παντρέματος Ορθοδοξίας και υπαρκτού σοσιαλισμού-μαρξισμού, εκείνου του καταρρεύσαντος και αλήστου ήδη μνήμης.

Όμως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ο Απ. Κακλαμάνης, ο Στ. Παπαθεμελής (οι δύο τελευταίοι άριστη ηγετική δυάδα του ΥΠΕΠΘ) απέτρεψαν τούτο. Ας μην αναφερθούμε στις αντιδράσεις καθηγητών, φοιτητών, θεολογικών ενώσεων, που ήταν πρωτοσέλιδα στον Τύπο! Οι τότε αναρχο-χριστιανο-σοσιαλιστο-ανύπαρκτοι υπαρκτοί υποχώρησαν. Τώρα πάλι τα ίδια, με αφορμή φαινόμενα οικογενειοκρατίας. Το μάθημα των Θρησκευτικών επιχειρείται π.χ. να καταστεί -πλήρως αντισυνταγματικά- από υποχρεωτικό σε προαιρετικό, δηλαδή περιθωριακό (ευτυχώς που η καημένη η Ιστορία σώθηκε προς το παρόν), οι δε θεολογικές σχολές να εξοβελιστούν, με την κατάργηση ή συγχώνευση των τμημάτων Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, βάσει των δικαιολογητικών επιχειρημάτων του υφυπουργού Πανάρετου στο από 19/11/2010 έγγραφό του προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Οι θεολογικές σχολές, ως έχουν, ενοχλούν κάποιους εντός των κόλπων τους και κάποιους, κύρια, εκτός αυτών στο ΥΠΕΠΘ. Είναι διάχυτη η φήμη ότι μετά την κατάργηση του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών (ενοχλεί πολύ το «κοινωνική» για τη Θεολογία) θα ακολουθήσει και το ομοειδές της Θεσσαλονίκης Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας (εδώ ενοχλεί και το «Ποιμαντική»).

Η οικογενειοκρατία, κύριε υφυπουργέ, δεν κτυπιέται με καταργήσεις τμημάτων, μάλιστα των δύο ανωτέρω, με πολύ μεγάλη συμβολή στον διορθόδοξο, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό κόσμο, πέραν του ελληνορθόδοξου (πιστεύω ότι δεν ενοχλεί ο όρος «ελληνοορθοδοξία»). Πώς περιστέλλεται το κακό αυτό; Με σαφή δρακόντεια νομοθεσία: α) στη διαδικασία εκλογών μελών ΔΕΠ και β) στον έλεγχο ουσίας και νομιμότητας. Μη λησμονούμε ότι μέλη των περί ου ο λόγος οικογενειών και άλλων πολύ περισσοτέρων καταστάθηκαν διορισθέντες από το ΥΠΕΠΘ των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Τότε δεν τα έβλεπαν οι κυβερνήσεις; Δηλαδή, επειδή σήμερα το πολιτικό σύστημα, λόγω των πολιτικών μας, είναι ανυπόληπτο, διεφθαρμένο, διαπεριπλεκόμενο και απαξιωμένο με τις πάσης φύσεως διαπλοκές και λαμογιές, όπως οι ίδιοι το ανομολογούν –λυπούμαστε και απογοητευόμαστε οι πολίτες για τούτο, αφού εμείς τους εκλέγουμε–, η συνταγή του υπουργείου είναι να καταργηθεί κι αυτό, όπως εισηγείται να καταργηθεί ένα θεσμικό ακαδημαϊκό όργανο-μονάδα, λόγω οικογενειοκρατίας; Πολύ περισσότερο εδώ, όπου η οικογενειοκρατία στο πολιτικό μας σύστημα είναι σήμα κατατεθέν;

Εξάλλου, είναι δυνατόν στη βάση μόνο του αίματος, σαρκικού ή πνευματικού, να εισάγεται είδος ακαδημαϊκού ρατσισμού; Και, τέλος, εάν –ο μη γένοιτο– καταργήσετε το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας Αθηνών και το εντάξετε στο Τμήμα Θεολογίας Αθηνών για καλύτερα, οδηγείτε, κύριε υφυπουργέ, τα πράγματα από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, γιατί το Τμήμα Θεολογίας έχει και επιδόσεις ευνοιοκρατίας. Υπήρξα εισηγητής σε κάποιες εκλογές κι έχω ιδία γνώμη για τον βαθμό της αξιοκρατίας του τώρα. Υπάρχουν και πρόσφατα φαινόμενα, που τα γνωρίζει ο κύριος υφυπουργός, στο Τμήμα αυτό. Περίπτωση της «Ιστορίας των Σλαβικών Εκκλησιών» και παλαιότερα της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Υπαγωγή, λοιπόν, της οικογενειοκρατίας στην ευνοιοκρατία, ωραίο μείγμα.

Αμφότερα τα τμήματα της Θεολογικής Αθηνών διαθέτουν υγιείς ακαδημαϊκές δυνάμεις, καταξιωμένες με τις δικές τους ικανότητες και θυσίες αίματος και ιδρώτος. Στηριχθείτε σε αυτές, κύριε υφυπουργέ. Συμβουλευθείτε δε και την Εκκλησία της Ελλάδος, γιατί η Ακαδημαϊκή Θεολογία είναι και επιτελικό όργανο διακονίας υπέρ των σκοπών της στον κόσμο της Ορθοδοξίας, στον οποίο η Ακαδημαϊκή μας Θεολογία ηγείται σε πλείστους όσους τομείς, προς τιμήν της Εκκλησίας και της πατρίδας μας. Ο θυμόσοφος λαός μας συμβουλεύει ότι όταν πονάει δόντι, δεν κόβουμε κεφάλι, και ότι οι δεύτερες σκέψεις είναι φρονιμότερες των πρώτων.

* Πρόεδρος του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού, καθηγητής Α.Π.Θ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», στις 28 Νοεμβρίου 2010.